«Εθνική συναίνεση»: το υπερκείμενο νόσημα του πολιτικού συστήματος

Του Χριστόφορου Βερναρδάκη*

Επ’ αφορμή της θανατηφόρας πανδημίας ασκούνται δημόσιες πολιτικές. Οι πολιτικές αυτές έχουν διαχειριστή, που είναι -φυσικά- η κυβέρνηση της χώρας, δηλαδή, σήμερα, η κυβέρνηση της Δεξιάς. Οι πολιτικές αυτές οδηγούν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία στον όλεθρο.

Γιατί στο έδαφος της πανδημίας εξελίσσονται δύο διαδικασίες: η μία είναι αυτή μιας βίαιης αναδιάρθρωσης της οικονομίας υπέρ του κεφαλαίου, η δεύτερη είναι ένας πειραματισμός για την εκπειθάρχηση και την εθελοντική προσχώρηση των κοινωνιών σε πρακτικές αναστολής βασικών ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Απέναντι σε αυτές τις διαδικασίες ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει επ’ ουδενί να εγκλωβιστεί σε μια «λογική συναίνεσης». Αντιμετωπίζοντας πράγματι, όπως απαιτείται, με υπευθυνότητα την υγειονομική κρίση, που είναι η «βάση», δεν πρέπει να εγκλωβιστεί συναινετικά και στο «εποικοδόμημα», που είναι η συνολική διαχείριση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που επέρχεται.

Με αφορμή την πανδημία και την αντιμετώπισή της σκηνογραφήθηκε αρχικά ο καθημερινός τρόμος μέσα από τα κυρίαρχα τηλεοπτικά δίκτυα και μέσα ενημέρωσης. Κατόπιν, μπροστά στην αντικειμενική ανάγκη να υπάρξουν αυξημένα μέτρα ατομικής προφύλαξης και καραντίνα, εκτυλίχθηκε η μαζικότερη ιδεολογική, επικοινωνιακή και διαφημιστική καμπάνια που έγινε ποτέ στη χώρα. Το «Μένουμε σπίτι»: η συλλογική ρύθμιση των δημόσιων πολιτικών μετατράπηκε σε ατομική ευθύνη. Η κοινωνία από υποκείμενο της πολιτικής έγινε «άτομα». Μεγαλύτερη δικαίωση για τη Θάτσερ δεν συνέβη ποτέ.

Και αφού εξασφαλίστηκε «συναίνεση» στο σκηνικό «βάσης», στο «εποικοδόμημα» άρχισαν να συμβαίνουν καθημερινά χιλιάδες απολύσεις, να μειώνονται μισθοί, να εφαρμόζονται οι πιο άγριες μορφές εκμετάλλευσης της εργασίας, να υποφέρουν οι άνεργοι, να καταστρέφονται οι μεσαίες – μικρές επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, να δημιουργείται νέο εργατικό δίκαιο, αλλά αντιδράσεις να μην υπάρχουν και να μην είναι δυνατόν να υπάρξουν. Και είμαστε ακόμη στην αρχή!

Η άσκηση δεν βγαίνει: και να είσαι σπίτι και να υπερασπίζεσαι κοινωνικά δικαιώματα και πολιτικές ελευθερίες. Όταν είσαι σπίτι, το πολύ-πολύ να χειροκροτάς από τα μπαλκόνια.

“Συναίνεση” και αποθέωση

Πολύ έξυπνα ομολογουμένως, η επικοινωνιακή διαχείριση της κυβέρνησης κατάφερε να «μπερδέψει» τη «βάση» με το «εποικοδόμημα». Η ανάγκη της κοινωνίας να προφυλαχτεί από τον ιό μεταμφιέστηκε σε αποθέωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη και «συναίνεση».

Η «συναίνεση» είναι ένα χαρτί που οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες» της χώρας παίζουν καλά όταν στριμώχνονται. Είναι πάντα η πρώτη τους κίνηση. Αν δεν αποδώσει, έρχεται το Plan B, οι «απειλές», η τρομοκρατία, η εκτροπή. Η «συναίνεση» είναι πάντοτε νόμισμα μονής όψης. Είναι «συναίνεση» εργαλειακή, χρησιμεύει μόνο για να αποθεώσει τα κυβερνητικά σχέδια και τα κυβερνητικά πρόσωπα. Είδαμε, π.χ., τη διατεταγμένη απαξίωση που επιφύλαξε όλο το πολιτικό – επικοινωνιακό σύστημα στο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Σήμερα οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας ομνύουν στο όνομα της δήθεν συναίνεσης γιατί έτσι βολεύει. Πέρσι βόλευε η «προδοσία της Μακεδονίας» και οι νεκροί στο Μάτι.

Η «συναίνεση» για τη Δεξιά και την ολιγαρχία είναι ένας τρόπος να εδραιώνει την κυριαρχία της στο πολιτικό επίπεδο. Και με όπλο τη «συναίνεση» που έχει φτιάξει αυτήν τη στιγμή θα ρίξει στο τραπέζι διάφορα «χαρτιά»: και εκλογές θα σχεδιάσει και την ιδέα για οικουμενική κυβέρνηση θα «μετρήσει», αν η κατάσταση ξεφύγει, και ακραία διλήμματα θα ξαναβάλει στην κοινωνία, όπως «μνημόνιο για την ανασυγκρότηση της οικονομίας / δραχμή, έξοδος από Ε.Ε.».

Στην περίπτωσή μας, η «συναίνεση» είναι μια υπερκείμενη ομπρέλα που δήθεν τους «χωράει όλους/ες», αλλά που στην πραγματικότητα είναι εστία μόλυνσης για τις εργαζόμενες τάξεις και τις στρατιές των ανέργων. Η Δεξιά αδιαφορεί πλήρως στο να κάνει «σοβαρή συζήτηση» για την κρίση μεγατόνων που κυοφορείται. Αδιαφορεί τελείως για το αν η αντιπολίτευση που ασκούμε είναι υπεύθυνη και με προτάσεις. Το αντίθετο συμβαίνει: όσο πιο συνεκτικό είναι το σχέδιό μας, όσο πιο «υπεύθυνη αντιπολίτευση» ασκούμε, τόσο πιο επιθετική θα γίνεται η Δεξιά. Γιατί θα αποκαλύπτεται η κοινωνική της μεροληψία και η εξάρτησή της από συμφέροντα. Γιατί, ακριβώς, η «συναίνεση», στο όνομα της οποίας ομνύει, είναι η υποταγή στην επέλαση στα δικαιώματα της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Σχέδιο – απάντηση στις “επενδυτικές ευκαιρίες”

Η κυριαρχία της Δεξιάς, με όπλα τον φόβο, την «ατομική ευθύνη», την αναστολή δικαιωμάτων και, βεβαίως, το χρήμα που μοιράζει αφειδώς σε δικούς της μηχανισμούς, θα είναι μεγάλη αν οι προοδευτικές δυνάμεις και ειδικότερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απαντήσουμε, όπως ήδη κάνουμε, με ένα συνολικό σχέδιο βαθιάς (ιστορικού μεγέθους) αναδιανομής πλούτου και μιας «κοινωνικοποίησης» των κεφαλαίων που καιροφυλακτούν για «επενδυτικές ευκαιρίες».

Το σχέδιο αυτό δεν απευθύνεται στην κυβέρνηση και τα συμφέροντα που την υποστηρίζουν. Απευθύνεται στην κοινωνία. Εκεί, τώρα, πρέπει να «τρέξουμε» για:

* Να κάνουμε μια πορεία προς τον λαό, «πόρτα-πόρτα», «μαγαζί-μαγαζί», «χωράφι-χωράφι», «υπολογιστή-υπολογιστή», ώστε να εξηγήσουμε ότι δεν υπάρχει ατομική ευθύνη, αλλά δημοκρατική υπεράσπιση της υπευθυνότητας και στην ατομική και στη συλλογική και στη δημόσια σφαίρα. Γι’ αυτό και το «Μένουμε σπίτι» σιγά-σιγά θα πρέπει να αντικαθίσταται από το «βγαίνουμε στον κόσμο».

* Να πείσουμε τις εργαζόμενες τάξεις και τους μικρο-ιδιοκτήτες ότι το τρένο που θα περάσει μετά την κρίση δεν θα έχει θέση γι’ αυτές αν δεν εφαρμοστεί το δικό μας σχέδιο βαθιάς αναδιανομής πλούτου. Σχέδιο που και εμείς πρέπει να το πιστέψουμε και να μην το περιορίσουμε σε διαχείριση «μέτρων».

Διότι η στρατηγική που έχει φτιαχτεί από την κυβέρνηση είναι σαφής και ομολογημένη: συναίνεση και πειθάρχηση απέναντι στον φόβο της πανδημίας, ημίμετρα απέναντι στην επερχόμενη οικονομική κρίση, αξιοποίηση των ευκαιριών για νέο πλουτισμό επιτηδείων, διενέργεια εκλογών στη βάση του φόβου και της κοινωνικής απειλής και, πριν προλάβουν να φανούν τα προβλήματα της νέας οικονομικής καταστροφής, αναδιάρθρωση του μπλοκ εξουσίας, εκλογική περιθωριοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ και εξουδετέρωση του σημαντικότερου επικοινωνιακού του εργαλείου (Αλέξης Τσίπρας) με την έντεχνη απαξίωσή του και υποδαύλιση ζητήματος ηγεσίας.

Ο αντίπαλος έχει ανοίξει τα χαρτιά του. Είναι ώρα να απαντήσουμε, όχι όμως στο δικό του «γήπεδο».

 

* Ο Χρ. Βερναρδάκης είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Α’ Αθήνας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.