Ν. Παρασκευόπουλος: «Κορυφαίο πρόβλημα τα “θαλασσοδάνεια” που δόθηκαν στα κόμματα που άσκησαν εξουσία»

paraskevopoulos_37

Μια «ελεύθερη» συνέντευξη, εκτός προγράμματος, με ακανόνιστη και ετεροβαρή γκάμα ερωτημάτων που του υποβλήθηκαν, έδωσε στην «Εφ.Συν.» ο υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος μιλάει στην «Εφ.Συν.» και τη δημοσιογράφο Άντα Ψαρρά για την κριτική που δέχεται, για τις μεγάλες δίκες που κινδυνεύουν ακόμα και με παραγραφή, για τα «θαλασσοδάνεια», για την υπόθεση Siemens, για τον αντιτρομοκρατικό νόμο, για τον νέο Ποινικό Κώδικα που ετοιμάζεται, για την υπόθεση Βγενόπουλου-Τσατάνη, για τις άδειες κρατουμένων κ.λπ.

 

• Η «Εφ.Συν.» στο κύριο θέμα του Σαββάτου 16/7 κατέγραψε όσα προέκυψαν από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής για τα «θαλασσοδάνεια» προς τα ΜΜΕ, ενώ έπεται το δεύτερο μέρος με τα «θαλασσοδάνεια» που δόθηκαν στα κόμματα. Πόσο σημαντικό θέμα είναι για σας αυτό;

Tα «θαλασσοδάνεια» είναι θέμα μεγάλης σημασίας για τη σύγχρονη πολιτική και οικονομική ζωή. Πιστεύω μάλιστα ότι το κορυφαίο δεν είναι τα «θαλασσοδάνεια» προς τα ΜΜΕ, αλλά εκείνα που δόθηκαν στα κόμματα που ασκούν εξουσία.

• Υπάρχει μια διαρκής επίθεση στο πρόσωπο του υπουργού Δικαιοσύνης, ακόμα και από δημοσιογράφους που βρίσκονται κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ, με «κατηγορίες» για μια παθητική στάση ειδικά στον χώρο των μεγάλων υποθέσεων σκανδάλων που έχουν βλάψει πολύ το δημόσιο συμφέρον. Συχνά η ιδιότητα του καθηγητή σάς προσάπτεται ως αρνητικό χαρακτηριστικό ως προς μια έντονα μη παρεμβατική στάση. Αντίθετα, πολιτικοί σας αντίπαλοι, οι οποίοι μάλιστα προέρχονται από το δικαστικό σώμα και κατέλαβαν συχνά πολιτικά αξιώματα, σας κατηγορούν για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη. Τι από όλα αυτά ισχύει;

Μάλλον δεν βάλλομαι για τα λόγια ή το ύφος μου ως καθηγητή, αυτά ελάχιστα ενδιαφέρουν, αλλά για πράξεις. Η αλήθεια είναι ότι οι πράξεις μου είναι και αρκετές και παρεμβατικές ενώ τα λόγια λιγοστά. Ο πρώτος λόγος είναι ότι ως άνθρωπος δεν είμαι πολυλογάς, ο δεύτερος όμως και σημαντικότερος λόγος είναι ότι ένας υπουργός Δικαιοσύνης δεν πρέπει να φλυαρεί.

Απέναντι στη λειτουργία της Δικαιοσύνης έχει αρμοδιότητες κρίσης, υποβολής προτάσεων, αλλά και πειθαρχικές. Γι’ αυτό ιδίως δεν πρέπει να εκφράζεται ή να στιγματίζει ευθύνες προκαταβολικά: αν χρειαστεί να ασκήσει μια αρμοδιότητα, θα είναι πιθανό τότε να γίνει λόγος για επιρροές, εκδικητικό πνεύμα κτλ. Ειδικά λοιπόν η στάση του υπουργού Δικαιοσύνης πρέπει να είναι στηριγμένη στις διατυπώσεις και τους όρους του νόμου. Αλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου έχουν τη δυνατότητα να εκφράζονται πιο ελεύθερα.

• Η ελευθερία αυτή ισχύει και για τον αν. υπουργό Δικαιοσύνης;

Ναι, δεδομένου ότι και οι αρμοδιότητές του είναι πολύ ειδικότερες από τις δικές μου και αυτό του επιτρέπει να μπορεί να εκφράζεται με μεγαλύτερη άνεση από όση εγώ σε γενικότερα θέματα. Ο ίδιος οφείλω να συγκρατούμαι, να είμαι ανέκφραστος, μούμια του Φαραώ.

Οι πειθαρχικές διώξεις που έχω ασκήσει προσωπικά, π.χ., τυχαίνει να αφορούν πολύ καίριες υποθέσεις. Ούτε έχω πει ούτε πρόκειται να πω τίποτε σχετικό, διότι πιστεύω ότι τα «λίγα λόγια» για όσα γίνονται ή πρόκειται να γίνουν είναι ακόμα και όρος της αποτελεσματικότητας των έργων στο υπουργείο.

• Παρ’ όλα αυτά στην υπόθεση SIEMENS διακρίναμε -ίσως και επειδή, όπως είπατε, σας ενέπνευσε και η αγωνία του πρωθυπουργού- πως είχατε μια κάπως διαφορετική στάση. Πού οφείλεται;

Ο πρωθυπουργός εκφράζει την εύλογη και διαρκή επιθυμία των πολιτών να υπάρξει κάθαρση στα σκάνδαλα και γενικά αποτελεσματική αντιμετώπιση παρόμοιων φαινομένων. Το γνωρίζω εξ αρχής και επιδιώκω φυσικά διαρκή επικοινωνία μαζί του στα θέματα δικαιοσύνης.

Το ενδιαφέρον του και για τη συγκεκριμένη υπόθεση είναι αυτονόητο και απολύτως δικαιολογημένο, χρειάζεται μια δραστική προσπάθεια η οποία θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ομαλότητα στην απονομή της δικαιοσύνης από την άποψη της ταχύτητας. Φυσικά η επιλογή της συγκεκριμένης ρύθμισης (άρ. 30 παρ. 3) προήλθε ως ιδέα από τους ειδικούς, πρόκειται για το άρθρο του Π.Κ. που λέει ότι σε υποθέσεις εξαιρετικής βαρύτητας μπορεί ο υπουργός να ζητήσει από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την επίσπευση της διαδικασίας.

• Η καθυστέρηση, πέρα από τα υπουργεία και τις μεταφράσεις, σχετίζεται ή όχι και με την άρνηση των Δικηγορικών Συλλόγων να δώσουν άδεια σε συνηγόρους ειδικά για τις δίκες αυτές στη διάρκεια της πολύμηνης αποχής; Τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία που έχουν εμπλοκή σε αυτές τις δίκες, σε πολλές περιπτώσεις δεν ζητούσαν καν άδεια για να μπορέσουν να διεξαχθούν.

Ασφαλώς η αποχή αυτή έγινε πολύ αισθητή στον χώρο της Δικαιοσύνης, πράγμα που επισήμανε πρόσφατα και το ΣτΕ ως προς τα συνταγματικά προβλήματα που τη χαρακτηρίζουν.

Ασφαλώς και δεν θα αναφερθώ στα αίτια της αποχής και στο δικαιολογημένο τους ή μη. Μου είναι, εξάλλου, πολύ κατανοητή η δυσκολία να υπάρξει διαφορετική οικονομική πολιτική και στα ζητήματα του ασφαλιστικού. Παρ’ όλα αυτά, όπως ο καθένας, αναγνωρίζω ότι η επίπτωση της αποχής ήταν πολύ αισθητή, ιδίως στις μεγάλες δίκες. Θεωρώ ότι καλό θα ήταν σε τέτοιες δίκες να εξαιρούνται οι δικηγόροι από αποφάσεις για αποχή.

• Ηθελα να ρωτήσω την άποψή σας όχι φυσικά γι’ αυτήν καθαυτή την υπόθεση Βγενόπουλου-Τσατάνη αλλά για το κατά πόσο στέκει το επιχείρημα που ακούστηκε, πρώτα από τον επιχειρηματία αλλά ακούγεται και από πολιτικούς κύκλους, ότι καλώς τέθηκε η υπόθεση στο αρχείο, διότι αυτό θα εμποδίσει την κυπριακή Δικαιοσύνη να διεκδικήσει αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη η Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου από το ελληνικό κράτος.

Για τις σκοπιμότητες που μπορεί να υπάρχουν πίσω από διάφορες θεσμικές κινήσεις μπορεί ο καθένας να έχει την άποψή του. Εγώ μπορώ να απαντήσω θεσμικά ότι ακόμα κι αν μια υπόθεση τεθεί στο αρχείο, αργότερα μπορεί να προκύψουν νέα στοιχεία και να ανασυρθεί. Δεν υπάρχει οριστική έκβαση με την αρχειοθέτηση. Το συγκεκριμένο για την Κύπρο δεν είναι πάντως επιχείρημα που λαμβάνεται υπόψη διαδικαστικά.

• Σε αντίθεση με τις μεγάλες δίκες, όπως και τη δίκη της Χρυσής Αυγής, που καθυστέρησαν λόγω της αποχής, υπήρξαν δίκες που διεξήχθησαν και διεξάγονται, όπως αυτές που συνήθως επιδικάζουν μεγάλες σωρευτικές ποινές με βάση σχεδόν παρεμφερή βουλεύματα και αφορούν όλους αυτούς που δικάζονται με τον αντιτρομοκρατικό Νόμο 187 Α. 115 χρόνια ποινές, που απαγγέλθηκαν πρόσφατα στη δίκη για το σχέδιο «Γοργοπόταμος», δεν είναι σχεδόν ντροπή για την ελληνική Δικαιοσύνη;

Δεν είναι πραγματικά τα 115 χρόνια, αυτό είναι προστάδιο, διότι υπάρχει η συρροή και τελικά καταλήγουμε σε διάρκειες 20 ή 25 ετών. Νομίζω ότι η μνεία του αριθμού που προέκυπτε πριν από τον υπολογισμό των συνεπειών της συρροής εγκλημάτων έχει περισσότερο συμβολικό ενδιαφέρον παρά πρακτικό. Οι τελικές ποινές οι οποίες προβλέπονται από την ποινική διαδικασία είναι πολύ μικρότερες.

• Ποιο είναι επομένως το νόημα παρόμοιων ποινών στα Τριμελή Εφετεία Κακουργημάτων, όπου συχνά οι εισαγγελικές προτάσεις είναι επιεικέστερες από την τελική απόφαση; Ο συμβολισμός αυτός στην εκφώνηση παρόμοιων ποινών αφορά τελικά τους κρατουμένους ή μήπως την επιδίωξη να μην τελεσφορήσει η προσπάθεια για περισσότερο σύγχρονη και εξορθολογισμένη Δικαιοσύνη;

Το πιο σημαντικό είναι να δει κανείς μήπως η μνεία αυτών των ποινών με σώρευση και άθροιση απηχεί μια προληπτική πολιτική και όχι τη δικαιοκρατική κατασταλτική, δηλαδή την αναλογική με το βάρος των εγκλημάτων. Νομίζω γενικά ότι η επιβολή της ποινής δεν επιτρέπεται να έχει κύριο κριτήριο την πρόληψη. Η πρόληψη ασκείται με την απειλούμενη ποινή, όχι με την επιβολή της.

Εάν κανείς αποβλέπει στη διαμόρφωση της επιβαλλόμενης ποινής για να ασκήσει πρόληψη, σημαίνει ότι καθιστά τον πολίτη εργαλείο του προκειμένου να ασκήσει μια πολιτική. Αυτή η εργαλειοποίηση του πολίτη δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα και είναι αντίθετη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αρα η καταστολή, η ποινή που επιβάλλεται, πρέπει να είναι σύστοιχη με το συγκεκριμένο αδίκημα του πολίτη χωρίς κριτήρια πρόληψης.

• Δεν θα έπρεπε τότε οι ίδιοι οι δικαστές να κατανοήσουν ότι με τον τρόπο αυτόν εξωθούν στα άκρα ανθρώπους παρά διαφυλάττουν τελικά αυτό που είναι η υποτιθέμενη επιδίωξη, δηλαδή η προστασία της κοινωνίας από διαφόρων βαθμίδων έντασης ενέργειες εγχώριων ομάδων που δικάζονται με τον αντιτρομοκρατικό νόμο;

Είναι μια υποθετική ερώτηση και επομένως μπορώ υποθετικά να απαντήσω. Οποιαδήποτε περίπτωση δυσαναλογίας μεταξύ ποινής και εξατομικευμένου εγκλήματος είναι πρόβλημα και για το κράτος δικαίου αλλά και για την ασφάλεια. Εάν δεν υπάρχει δίκαιη καταστολή, δηλαδή ούτε προνομιακά ευνοϊκή, ούτε αυστηρή πέρα από τη βαρύτητα του εγκλήματος, προκύπτει μια συνθήκη ανάπτυξης της βίας σε έναν κοινωνικό χώρο.

Ακόμα και το ότι απέναντι στις έκρυθμες κοινωνικές καταστάσεις το κυριότερο εργαλείο για να απαντήσεις είναι η κατασταλτική βίαιη υπεραντίδραση παρέχει ένα μήνυμα: Να ασκείς βία πολίτη! Αυτή είναι η δραστική λύση στα κοινωνικά προβλήματα!

Είναι όπως το πρόβλημα που έχει καταγραφεί στην Αμερική, όπου η καθημερινή εξοικείωση με τον οπλισμό και την εικόνα του εγκλήματος την οποία μπορεί να προσλαμβάνουν οι πολίτες κάνει συχνότερη την προσφυγή στη βία, όπως δείχνουν τελικά και οι στατιστικές. Αυτό το μοντέλο διάχυτης αντίδρασης φυσικά δεν συναντάται μόνο στην Αμερική, αλλά είναι εξαπλωμένο και μακροπρόθεσμα εξασθενεί την ασφάλεια.

• Αν τύχει να παρακολουθήσει κάποιος τη δίκη της Χρυσής Αυγής και κάποιες από αυτή τη σειρά δικών για τη ΣΠΦ, για παράδειγμα, θα διαπιστώσει ότι η σωστή αντιμετώπιση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων χρυσαυγιτών από το δικαστήριο έρχεται σε αντίθεση με το είδος της αντιμετώπισης των κατηγορουμένων, είτε ανήκουν στη ΣΠΦ είτε όχι. Ακόμα κι αν απλά είναι αντιεξουσιαστές με πράξεις σχετικά χαμηλής παραβατικότητας, ισχύει συχνά το ίδιο. Γιατί άραγε υπάρχει αυτή η διαφορετική νοοτροπία; Μήπως πρέπει επιτέλους να καταργηθεί το ειδικό άρθρο 187 Α; Σε τελική ανάλυση, υπάρχει ήδη το σκληρό άρθρο 187 για τις εγκληματικές οργανώσεις κάθε τύπου.

Και το άρ. 187 και το άρ. 187 Α αυτήν τη στιγμή επανεξετάζονται από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή για τον Ποινικό Κώδικα, η οποία είναι σε λειτουργία. Στο υπουργείο θα περιμένω να ακούσω πρώτα τους ειδικούς, τους οποίους εμπιστεύομαι, και ύστερα, σε συνεργασία με την κυβέρνηση και φυσικά τη Βουλή, θα ληφθεί απόφαση.

Η δική μου άποψη, ωστόσο, είναι ότι κυρίως το άρ. 187 είναι άτεχνο. Το πρώτο τιμωρεί με βαριά ποινή, κάθειρξη, αυτόν που εντάσσεται σε μια ομάδα που επιδιώκει τη διάπραξη εγκλημάτων, ενώ αντίθετα το 187 Α τιμωρεί τρομοκρατικές πράξεις εφόσον έχουν ήδη τελεστεί. Είναι άλλο να πάμε στη βαριά ποινή λόγω της πρόθεσης, δηλαδή της σκέψης, κι άλλο να προβλέπεται βαριά ποινή επειδή υπάρχει βαριά εγκληματική πράξη. Αυτό για μένα είναι το κυριότερο πρόβλημα στη σύγκριση των δύο ρυθμίσεων.

• Οι αλλαγές στα άρθρα αυτά ήταν όπως γνωρίζουμε και αντικείμενο της προηγούμενης νομοπαρασκευαστικής επιτροπής και θυμάμαι ότι ο επικεφαλής, πρώην εισαγγελέας Β. Μαρκής είχε τοποθετηθεί καθαρά, ειδικά για το θέμα του οικονομικού οφέλους, λέγοντας ότι η ελληνική Δικαιοσύνη έκρινε, ως είχε δικαίωμα, σχετικά με τη Σύμβαση του Παλέρμο ότι υπάρχουν οργανώσεις που χωρίς να αποβλέπουν σε οικονομικό όφελος διαπράττουν πολύ βαριά εγκλήματα και επομένως οφείλουν να εμπίπτουν στα συγκεκριμένα περί εγκληματικής οργάνωσης άρθρα.

Περιμένω, όπως σας είπα, να δω τις νέες ρυθμίσεις που θα προτείνει η επιτροπή. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι η βαρύτητα των εγκλημάτων πρέπει να προσδιορίζεται από τη βαρύτητα των συνεπειών των πράξεων.

Σε ό,τι αφορά τις συνέπειες και την κλιμάκωση της βαρύτητάς τους με βάση όχι απλά το κράτος δικαίου αλλά την κοινωνική πραγματικότητα, οφείλουμε να θυμηθούμε ότι τίποτα δεν είναι βαρύτερο από την αφαίρεση ζωής, από την προσβολή του σώματος, την αναίρεση του ανθρώπινου αυτοπροσδιορισμού (δηλαδή την αξιοπρέπεια), και βεβαίως στη συνέχεια σοβαρά είναι τα εγκλήματα που θίγουν τα οικονομικά αγαθά.

• Τα ρατσιστικά εγκλήματα;

Οπωσδήποτε και αυτά, αλλά τα ρατσιστικά εγκλήματα, αν αναλυθούν, πάλι οδηγούν σε προσβολές κατά της ζωής και του σώματος. Προσθέτω εδώ και τις απειλές κατά της υπόληψης και της τιμής του ανθρώπου, που πολλές φορές μπορεί να φτάσουν να οδηγούν και σε προσβολή της αξιοπρέπειας, όταν μέσα από κάποια μεταχείριση σε βάρος κάποιων ανθρώπων φτάνουν να τους αντιμετωπίζουν σαν να μην έχουν ανθρώπινη ιδιότητα. Πιστεύω ότι αυτές οι πράξεις προσδιορίζονται από έναν πολύ βαρύ, άδικο χαρακτήρα και αυτό είναι που επιτρέπει και την κλιμάκωση των απειλούμενων ποινών.

• Οταν αυτά γίνονται στο πλαίσιο δράσης μιας εγκληματικής οργάνωσης είναι το ίδιο τελικά;

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αν ένας άνθρωπος βασανίστηκε δεν τον νοιάζει αν τον βασάνισε μια ομάδα ή ένας άνθρωπος. Το κυριότερο καταρχήν είναι το βάρος των αποτελεσμάτων ενός εγκλήματος. Βεβαίως όμως είναι κριτήριο το αν αυτός που το διέπραξε βγήκε από μια δομή-συμμορία ή έδρασε μόνος, για τον εξής λόγο: Διότι αν το έγκλημα προέκυψε από δομή, αυτό σημαίνει ότι πέρα από το συγκεκριμένο άδικο είχαμε και μια ευρύτερη επικινδυνότητα και για άλλους ανθρώπους.

Ο κίνδυνος είναι κοινωνικά αισθητό μέγεθος και πρέπει να αξιολογείται από τη Δικαιοσύνη. Η σύσταση της νέας νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για τον Ποινικό Κώδικα δεν έχει ιδεολογική βάση, αλλά θεωρητική-επιστημονική: Η προηγούμενη επιτροπή δεν είχε χρησιμοποιήσει ως βάση τον προηγούμενο Κώδικα, τον λεγόμενο Κώδικα Χωραφά. Είχε απομακρυνθεί, είχε μια άλλη αρίθμηση και αρκετά διαφορετικές επιλογές.

Η νέα αντίληψη είναι ότι επειδή ο παλιός Κώδικας σε πολλά σημεία είναι καταξιωμένος και πάνω σ’ αυτόν έχει χτιστεί μια σημαντική νομολογία και θεωρία, είναι σωστό να διατηρηθεί ως βάση και πάνω σ’ αυτήν να χτιστούν οι τροποποιήσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο συστάθηκε η νέα νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Φυσικά, επειδή όμως και η προηγούμενη επιτροπή είχε κάνει σημαντικό έργο, γι’ αυτό και προσφεύγουν τα μέλη της σημερινής στους προηγούμενους για να ζητήσουν απόψεις και συνεργασία.

Ποιος είναι επικεφαλής τώρα;

Ο δικηγόρος Χριστόφορος Αργυρόπουλος.

• Η εφημερίδα «Espresso» κυκλοφόρησε με τον τίτλο ότι ο πατέρας βιαστής του μικρού αγοριού δεν προφυλακίστηκε λόγω του νόμου Παρασκευόπουλου και κάποιοι έσπευσαν να υιοθετήσουν τον ισχυρισμό. Ισχύει;

Η αλήθεια είναι ότι ο Νόμος 4322, που κακώς ονομάζεται «νόμος Παρασκευόπουλου» αφού πολλοί εργάστηκαν για το περιεχόμενό του και πολλοί τον ψήφισαν, καινοτόμησε μόνο στο μέτρο που εισέφερε συντομότερους τρόπους απόλυσης και ελαφρότερη μεταχείριση σε ειδικές κατηγορίες καταδικασμένων.

Αυτές ήταν οι ανήλικοι, οι λεγόμενοι «φιλοξενούμενοι» που ήταν αλλοδαποί οι οποίοι κρατούνταν ενώ είχαν εκτίσει πλήρως τις ποινές τους, οι υπερήλικοι, οι βαριά ασθενείς και οι ανάπηροι. Η υπόθεση-παράδειγμα που αναφέρετε αφορά την προδικασία της ποινικής δίκης, ενώ ο Νόμος 4322 αφορά μόνο τους ήδη καταδικασμένους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή εφαρμόστηκαν οι παλαιές ρυθμίσεις για την προδικασία. Παρατηρείται πάντως από την αρχή κάθε φαινόμενο υποτροπής να αποδίδεται στον «νόμο Παρασκευόπουλου», ακόμα κι αν, όπως και τώρα, το έγκλημα είναι τελείως άσχετο με τον Ν. 4322.

• Γνωρίζουμε ότι πρόθεση του υπουργείου εδώ και καιρό είναι να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση με βάση την οποία τα δεσμευμένα μεγάλα ποσά από οικονομικά εγκλήματα που έχουν τελεσιδικήσει ή είναι πολύ κοντά στην τελεσιδικία, να αποδοθούν στο δημόσιο ταμείο.

Δεν έχει εγκαταλειφθεί αυτή η πρόθεση, απλά προχωρά με μεγάλη βραδύτητα. Επειδή το θέμα έχει οικονομικές παραμέτρους χρειάζεται και διαβούλευση με τους θεσμούς. Οι τελευταίοι δεν έχουν πει όχι, αλλά έχουν θέσει σε προτεραιότητα μερικά άλλα ζητήματα.

• Αυτά τα ποσά είναι ήδη δεσμευμένα από τη Δικαιοσύνη διότι οι κάτοχοί τους βλάπτοντας το Δημόσιο πλούτισαν παράνομα. Μάλιστα συχνά ακούμε τους πολίτες να λένε ότι δεν με ενδιαφέρει να μπει ο τάδε φυλακή αλλά να του κατάσχουν την παράνομα αποκτηθείσα περιουσία και να την αποδώσουν στο κράτος.

Αυτό όμως ακούγεται πότε πότε, όχι πάντοτε. Οπως επίσης ακούγεται η διαφορετική αντίρρηση, γιατί άραγε υιοθετήθηκε ως κίνητρο καταβολής μια εξάλειψη του αξιόποινου από τη στιγμή που κάποιος επιστρέφει στο Δημόσιο τα ποσά που καταχράστηκε ή απέκτησε παράνομα. Εδώ υπάρχει αντίφαση όμως στην κριτική. Από τη μία, διατυπώνεται έντονη κριτική για το ότι δεν παρέχονται κίνητρα σε κάποιον για να επιστρέψει τα χρήματα και, από την άλλη, κριτική γιατί να γίνονται ευνοϊκές ρυθμίσεις γι’ αυτούς που παράνομα πλούτισαν, «μήπως είναι δικοί σας;». Φυσικά οι πλείστοι αυτοί κάθε άλλο παρά «δικοί μας» είναι ή έχουν πολιτική σύνδεση με την κυβέρνηση. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα, σε κάθε περίπτωση στην κριτική αυτή υπάρχει αντίφαση.

• Ασχοληθήκαμε πρόσφατα στην εφημερίδα με τον νόμο που πρόκειται να εισαχθεί στη Βουλή για τα υποθηκοφυλακεία. Αυτό προχωράει;

Βεβαίως, είναι ένας νόμος που θέλουν όλοι οι εργαζόμενοι στα υποθηκοφυλακεία, όπως το θέλουν και οι κάτοικοι περιοχών που ήταν ακάλυπτες από υπηρεσίες. Τα έμμισθα ήταν πολύ λίγα, ενώ τα άμισθα λειτουργούσαν με τα τέλη που εισέπρατταν οι άμισθοι υποθηκοφύλακες από τους πολίτες.

Αποτέλεσμα: περιοχές που είναι συγκριτικά φτωχές δεν μπορούσαν να συντηρήσουν τα άμισθα, με συνέπεια μεγάλες δυσλειτουργίες. Αυτές οι δυσλειτουργίες μάς οδήγησαν στις μεταβολές. Πρώτον, διότι πολλές περιοχές είχαν πρόβλημα και, δεύτερον, διότι ούτως ή άλλως με την προοπτική της σταδιακής εισαγωγής του Κτηματολογίου θα φτάναμε οπωσδήποτε σε ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης. Σε κάθε περίπτωση, αιτήματα που στηρίζονται σε κοινωνική βάση θα τα ακούσουμε και θα κάνουμε τις απαραίτητες διορθώσεις.

• Αδειες κρατουμένων. Γιατί τόση μεροληψία;

Για τις τρέχουσες υποθέσεις τα αρμόδια όργανα αποφασίζουν φυσικά χωρίς να τα επηρεάζει κανείς. Ολα τα ζητήματα αυτά συζητούνται τώρα και στην επιτροπή για τον Σωφρονιστικό Κώδικα. Εμείς αναμένουμε ως υπουργείο. Οψόμεθα, θα προσπαθήσουμε να τελειώσουμε με τις μεταρρυθμίσεις το ταχύτερο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.