«Το 32% του Ιουλίου δεν είναι οροφή, αλλά αφετηρία για τον ΣΥΡΙΖΑ»

O

Oμιλία Δραγασάκη στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στην Πετρούπολη.

Αγαπητές φίλες και φίλοι, σύντροφοι και συντρόφισσες,

Σε λίγες ημέρες αρχίζει στη Βουλή η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό. Με αφορμή το γεγονός αυτό,  η τοπική οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ μου πρότεινε  να κάνουμε μια  εκδήλωση – συζήτηση  αφιερωμένη στις οικονομικές εξελίξεις και προοπτικές υπό το πρίσμα της πολιτικής της νέας κυβέρνησης της δεξιάς και του κ. Μητσοτάκη. Στο μεταξύ, βέβαια, έχουμε και άλλες σημαντικές εξελίξεις, όπως οι προκλήσεις της Τουρκίας σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας, αλλά και κρούσματα  άγριας αστυνομικής βίας, που δημιουργούν ανησυχία και προβληματισμό. Προτείνω να προχωρήσουμε με βάση τον αρχικό σχεδιασμό και κατά τη συζήτηση μπορούμε να επεκταθούμε και σε αλλά θέματα εφόσον το επιθυμείτε.

Τι παραλάβαμε, τι πετύχαμε

Για να συζητήσουμε για τον Προϋπολογισμό του 2020 πρέπει να δούμε πρώτα πού βρισκόμαστε σήμερα. Διότι άλλη ήταν η κατάσταση το 2015, όταν αναλάβαμε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας, και άλλη είναι σήμερα. Στην αρχή η κατάσταση που παραλάβαμε ήταν πολύ δύσκολη. Δεν είχαμε τίποτα να «μοιράσουμε», παρά θυσίες και ελλείμματα. Προβλήματα και «πόλεμος» από παντού. Και μια προσφυγική κρίση, τεράστια, πέρα από την κοινωνική. Από το 2016 όμως η κατάσταση άρχισε να σταθεροποιείται. Και από το 2017 περνούμε στη φάση της ανάκαμψης, 1,5% το 2017, 1,9% το 2018, πάνω από 2% φέτος. Παρά τις δυσκολίες, όμως, εμείς μπορέσαμε από την πρώτη στιγμή να στηρίξουμε την κοινωνία αρχίζοντας από τους πιο αδύναμους.  Δώσαμε βάρος στη μείωση της ανεργίας και με τη βοήθεια και ειδικών προγραμμάτων την κατεβάσαμε στο 17% τον Ιούνη του 2019, από το 26% που την παραλάβαμεΜετά, λοιπόν, το 2017-2018 τα μέτρα κοινωνικής πολιτικής, τόσο τα έκτακτα βοηθήματα όσο και τα μόνιμα μέτρα, έγιναν σημαντικός  μοχλός κοινωνικής στήριξης, αλλά και ανάπτυξης, αφού τα μέτρα αυτά  συνέβαλαν στην τόνωση της λαϊκής κατανάλωσης και ανάκαμψης της οικονομίας. 

Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια. Βάλαμε την οικονομία σε ανοδική τροχιά. Για πρώτη φορά μια κυβέρνηση δεν παρέδωσε στην επόμενη καμμένη γη αλλά ταμεία με ισχυρά αποθέματα ασφάλειας. Κάναμε τη χώρα παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή. Και βάλαμε τις βάσεις για ένα νέο μοντέλο βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης, στη βάση μιας ολιστικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής. Τα επιτόκια δανεισμού συνέχισαν να μειώνονται λόγω της παγκόσμιας υπερευστότητας, αλλά και λόγω του αποθέματος ασφάλειας το οποίο έχουμε δημιουργήσει. Μάλιστα, όπως έδειξαν και τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το δεύτερο τρίμηνο του 2019, πριν παραδώσουμε την κυβέρνηση, η οικονομία αυξανόταν με ρυθμό 2,8% όσο δηλαδή η κυβέρνηση έχει ως στόχο για το 2020Αυτό εκθέτει ανεπανόρθωτα τον κ. Μητσοτάκη για όσα καταστροφολογικά έλεγε προεκλογικά.

Έχουμε, λοιπόν, μια αλλαγή των συνθηκών. Ενώ εμείς είχαμε μόνο προβλήματα και «πόλεμο» από παντού, σήμερα έχουμε βεβαίως προβλήματα, αλλά υπάρχουν και δυνατότητες, υπάρχει και κάτι να «μοιραστεί» και λόγω της ανάπτυξης και λόγω του πλεονάσματος του Προϋπολογισμού. Στη διάρκεια της κρίσης βασικό ήταν πώς κατανέμονται οι θυσίες. Τώρα το κρίσιμο είναι υπέρ ποιων αξιοποιούνται οι όποιες  δυνατότητες, σε βάρος ποιων αντιμετωπίζονται τα  προβλήματα.

Και δυστυχώς, ενώ υπάρχουν σήμερα μεγαλύτερες δυνατότητες, η κυβέρνηση αυτή περικόπτει όσα εμείς δίναμε υπέρ των αδυνάτων σε ασύγκριτα πιο δύσκολες συνθήκες.

Άρα ο Προϋπολογισμός για το 2020 έχει ιδιαίτερη σημασία διότι είναι ο πρώτος προϋπολογισμός αμιγώς αυτής της κυβέρνησης της ΝΔ και δεύτερο διότι έχει να διαχειριστεί όχι μόνο προβλήματα αλλά και δυνατότητες και αποθέματα που δημιούργησε η πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης.

Για τον τρόπο αντιπαράθεσης

Πριν προχωρήσω όμως, θα ήθελα να κάνω την παρατήρηση ότι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται στη χώρα μας η πολιτική αντιπαράθεση πολλές φορές παρασύρει προς τη ρηχότητα, την ατάκα, τον εξυπνακισμό, τον εύκολο και εφήμερο εντυπωσιασμό. Έτσι δεν φαίνονται τα βαθύτερα και διαρκέστερα, τα ταξικά  χαρακτηριστικά της κάθε πολιτικής,   συσκοτίζονται οι πραγματικές πολιτικές διάφορες και η πολιτική μοιάζει με ένα παιγνίδι εντυπώσεων που αφορά τους πρωταγωνιστές της και όχι τους πολίτες, τη ζωή των ανθρώπων, τις τύχες της κοινωνίας.

Για να μη πέσουμε λοιπόν κι εμείς σ’ αυτήν την παγίδα, θα προσπαθήσω  να κάνω μια αξιολόγηση του Προϋπολογισμού αλλά και της γενικότερης πολιτικής που αποτυπώνεται σ’ αυτόν στη βάση τριών συγκεκριμένων κριτηρίων. Έτσι θα μπορέσουμε όλοι μας αλλά και ο καθένας από σας να κρίνει με βάση τα πραγματικά γεγονότα και επιχειρήματα.

  • Πρώτο το κριτήριο της πολιτικής αναξιοπιστίας της κυβέρνησης: τι είπε και τι κάνει. 
  • Δεύτερο το κριτήριο της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης: τι συνέπειες έχουν οι πολιτικές της στο ζήτημα των ανισοτήτων.
  • Και τρίτο το κριτήριο της βιωσιμότητας της ανάπτυξης τόσο με την έννοια της διάρκειας και της διατηρησιμότητας όσο και με την έννοια της κοινωνικής και της οικολογικής βιωσιμότητας.

Αρχίζω με το θέμα της πολιτικής αξιοπιστίας. Εδώ το ερώτημα είναι από πού να αρχίσει κανείς και πού να τελειώσει. Ξεχωρίζω ορισμένα θέματα εντελώς ενδεικτικά.

Ελληνικό: Ο κ. Μητσοτάκης ως αντιπολίτευση κατηγορούσε το ΣΥΡΙΖΑ για τις καθυστερήσεις στο Ελληνικό. Λίγο πριν από τις εκλογές δεσμεύτηκε μάλιστα ότι σε μια βδομάδα θα μπουν οι μπουλντόζες. Όμως πέρασαν εβδομάδες και μήνες και θα περάσουν κι άλλοι και μπουλντόζες δεν θα μπαίνουν. Διότι άλλοι ήταν οι λόγοι των καθυστερήσεων.

Πράγματι αντί για μπουλντόζες είδαμε αποχωρήσεις επενδυτών και προσπάθειες αναζήτησης νέων. Επίσης για να αρχίσει το έργο πρέπει να τελειώσει ο διαγωνισμός για το καζίνο. Και αυτός θα αργήσει να δώσει οριστικό αποτέλεσμα. Οι μπουλντόζες λοιπόν θα αργήσουν αρκετά ακόμη. Δεν τα γνώριζε αυτά ο κ. Μητσοτάκης; Τα γνώριζε αλλά στην προσπάθεια του να πλήξει τον ΣΥΡΙΖΑ  και τον Αλέξη Τσίπρα έλεγε συνειδητά ψέματα στον ελληνικό λαό.

Προσφυγικό: Η ΝΔ όσο ήταν στην αντιπολίτευση αρνιόταν το διεθνή χαρακτήρα του προβλήματος και τις γεωπολιτικές διαστάσεις του. Φανάτιζε και παραπληροφορούσε τον κόσμο λέγοντας πως φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ. Κορόιδευαν τον κόσμο με υποσχέσεις ότι θα «σφραγίσουν» τα σύνορα και θα κάνουν φράχτη σε όλο τον Έβρο.

Όμως τα θαλάσσια σύνορα δεν σφραγίζονται, γελά ο κόσμος όταν τα ακούει αυτά,  και ο φράχτης θα είναι πεταμένα λεφτά: Ο ποταμός  Έβρος έχει μήκος στο ελληνικό μέρος 230 χιλιόμετρα, το χειμώνα πλημμυρίζει, δεν μένει τίποτα όρθιο. Αλλά κι αν γίνει φράχτης  κι αν μείνει όρθιος και πάλι όσο θα υπάρχουν πρόσφυγες, οι πρόσφυγες θα έρχονται από αλλού.

Η αλήθεια είναι ότι η νέα κυβέρνηση με όλα αυτά που έλεγε ήταν ανέτοιμη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Και μάλιστα καλλιέργησε ένα κλίμα ξενοφοβικό που τώρα δυσκολεύει και την ίδια. Έτσι ενώ εμείς ως κυβέρνηση είχαμε να αντιμετωπίσουμε ένα προσφυγικό κύμα 856.000 το 2015 και 173.000 το 2016, πάνω από 1.029.000 συνολικά, τα καταφέραμε με τρόπο που αναγνωρίσθηκε διεθνώς. Χωρίς να έχουμε καμία βοήθεια από την τότε αντιπολίτευση. Η νέα κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη αντιμετώπισε με πανικό μια μικρή αύξηση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών (69.000 για όλο το 2019).

Εμείς δεν θα κάνουμε ότι μας έκαναν. Από τη θέση της αντιπολίτευσης, θα είμαστε και πάλι  στο πλευρό της κοινωνίας και των τοπικών αρχών, για την αντιμετώπιση αυτού του μεγάλου προβλήματος της εποχής μας με όρους ανθρωπισμού και αλληλεγγύης.

Κι έρχομαι στο Μακεδονικό και τη συμφωνία των Πρεσπών: Το τι έκαναν και τι είπαν τα στελέχη της ΝΔ σάς είναι γνωστά. Ουσιαστικά κάλυψαν πολιτικά τις ακροδεξιές και χρυσαυγίτικες επιθέσεις ενάντια σε βουλευτές και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Και καλλιέργησαν ένα εθνικιστικό φανατισμό που τώρα ο κ. Μητσοτάκης τον έχει φωλιασμένο μέσα στο κόμμα του. Και τι βλέπουμε σήμερα; Ότι η στρατηγική μας ήταν απόλυτα ορθή. Είναι συμφέρον μας να μπει η Βόρεια Μακεδονία και όλα τα Δυτικά Βαλκάνια στην ΕΕ. Και με την πολιτική μας αποδείξαμε ότι δεν ήμαστε εμείς το εμπόδιο.  Και σωστά ο κ. Δένδιας συνεχίζει στο θέμα αυτό την πολιτική μας. Η Τουρκία είναι αυτή που αμφισβητεί κυριαρχικά μας δικαιώματα και όχι η Βόρεια Μακεδονία. Και το ότι προλάβαμε και λύσαμε το Μακεδονικό, μας επιτρέπει σήμερα να αντιμετωπίσουμε από καλύτερες θέσεις τις τουρκικές προκλήσεις.

Στελέχωση κράτους και Οργανισμών με άξιους και άριστους: Το θέμα  έχει καταντήσει ανέκδοτο. Πίσω από το ψεύτικο προσωπείο που μιλούσε για αριστεία και αξιοκρατία βγήκε το αληθινό πρόσωπο της πιο παλιάς πελατειακής δεξιάς. Έτσι είχαμε υπουργούς χωρίς πτυχία, επικεφαλής της ΕΥΠ χωρίς τυπικά προσόντα, διοικητές στα νοσοκομεία χωρίς την τήρηση των διαδικασιών που είχε υιοθετήσει και εφαρμόσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κ.ά.

Το κριτήριο της δικαιοσύνης και της ισότητας

Και έρχομαι τώρα στο κριτήριο της δικαιοσύνης και της ισότητας. Όλα όσα κάνει η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη διευρύνουν τις ανισότητες. Ίσως επειδή πιστεύει ότι είναι φυσικό φαινόμενο. Όμως εδώ αυτοδιαψεύδεται διότι είναι οι πολιτικές του που αυξάνουν τις ανισότητες. Αυξάνουν τις ανισότητες ανάμεσα στους πολλούς και τους λίγους, αυτό φαίνεται καθαρά στο ζήτημα της φορολογίας, τη μείωση των επιδομάτων κοινωνικής προστασίας, την κατάργηση της 13ης σύνταξης που είχε αρχίσει να επανέρχεται σταδιακά, αυξάνουν οι ανισότητες ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία με την κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε αποκαταστήσει. Τέλος  διευρύνονται και οι ανισότητες μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων αλλά και άλλες μορφές ανισοτήτων.

Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά τι κάνουν με τη φορολογία. Αν υπήρχε κάτι που επαναλάμβανε μονότονα όλα τα προηγούμενα χρόνια ο κ. Μητσοτάκης και όλα τα στελέχη της ΝΔ ήταν οι δήθεν «φορολογικές ελαφρύνσεις για όλους και ειδικά για τη μεσαία τάξη».

Για να δούμε τώρα τι προβλέπει ο Προϋπολογισμός και το φορολογικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε πρόσφατα και ποιες είναι οι φορολογικές ελαφρύνσεις.

Η πρώτη διαπίστωση είναι στην ουσία ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για φοροελαφρύνσεις. Δεν έχουμε δηλαδή μείωση του συνολικού φορολογικού βάρους. Αυτό που έχουμε είναι ανακατανομή ενός μόνο τμήματος της άμεσης φορολογίας που τώρα γίνεται πιο άνιση.

Ας δούμε λίγους αριθμούς από τον Προϋπολογισμό. Το 2019 το σύνολο των φορολογικών εσόδων του κράτους ήταν 51 δισ. και 392 εκατομμύρια ευρώ. Πόσα προβλέπονται για το 2020; 52 δισ. και 165 εκατ. ευρώ. Πού είναι η φορολογική ελάφρυνση; Όχι μόνο δεν έχουμε φορολογική ελάφρυνση συνολικά σε επίπεδο κοινωνίας, αλλά προβλέπεται και αύξηση 773 εκατομμύρια ή αύξηση 1,5%. Η όποια μείωση, δηλαδή, υπάρξει στους άμεσους φόρους, τους φόρους εισοδήματος, θα αντισταθμιστεί  από τους έμμεσους φόρους.

Δεύτερη διαπίστωση: Ας έρθουμε τώρα στις φορολογικές ελαφρύνσεις. Πόσες είναι αυτές; Είναι περίπου 1,2 δισ. ευρώ. Λιγότερες από αυτές που σχεδίαζε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για το 2020. Γιατί είναι λιγότερες; Διότι εμείς είχαμε προγραμματίσει να διαθέσουμε ένα μέρος από το απόθεμα που έχουμε δημιουργήσει, να διαθέσουμε δηλαδή 1,5 δισ. ευρώ το 2020 και τα επόμενα δυο χρόνια, οπότε είχαμε τη δυνατότητα και πιο γενναίες ελαφρύνσεις να κάνουμε και τις κοινωνικές δαπάνες να ενισχύσουμε. Δυστυχώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν συνέχισε την πολιτική μας στο όνομα του ότι «θα αναδιαπραγματευόνταν τα πλεονάσματα». Αλλά δεν έκανε παρά μια τρύπα στο νερό. Μόλις από το εξωτερικό είπαν «δεν γίνεται τώρα», συμφώνησε.

Πως όμως κατανέμονται αυτά τα 1,2 δισ. ευρώ; Τα 600 εκατομμύρια ευρώ περίπου πάνε για να μειωθεί ο φόρος στα κέρδη των επιχειρήσεων. Αυτές που ωφελούνται είναι μόνο λίγες μεγάλες επιχειρήσεις. Αλλά 100-200 εκατομμύρια ευρώ πάνε για τη μείωση του φόρου στα μερίσματα και αλλά μέτρα που ευνοούν τα πολύ μεγάλα εισοδήματα. Πού να περισσέψουν, λοιπόν, για τη μεσαία τάξη και για τα λαϊκά στρώματα; Είναι αλήθεια ότι γίνεται μια μείωση στους ελεύθερους επαγγελματίες, σωστό το μέτρο, αρκεί να μην τα πάρουν πίσω με το άλλο χέρι και την αύξηση των εισφορών. Εμείς δεν είμαστε αντίθετοι να μειωθεί η φορολογία και για τις επιχειρήσεις. Γι’ αυτό προβλέπαμε μια κλιμακωτή μείωση κατά μία μονάδα το χρόνο, ώστε να περίσσευαν και γι’ αυτούς που έχουν περισσότερο ανάγκη. Διότι η πολιτική είναι και θέμα ιεράρχησης αναγκών και προτεραιοτήτων. Η κυβέρνηση έδειξε καθαρά την ταξική της μεροληψία. Η κυβέρνηση λοιπόν, παρόλο που προεκλογικά μιλούσε για ελάφρυνση της μεσαίας τάξης, δίνει τα περισσότερα από τα διαθέσιμα ποσά σε κέρδη και μερίσματα από τα οποία ευνοούνται ελάχιστοι. Και όπως σημειώνουν ακόμη και ΜΜΕ που στηρίζουν την κυβέρνηση, τα μεσαία εισοδήματα μένουν εκτός ελαφρύνσεων.

Μια τελευταία παρατήρηση  για το θέμα αυτό: Το άλλοθι της κυβέρνησης είναι ότι δήθεν οι ελαφρύνσεις αυτές στα κέρδη και τα μερίσματα θα φέρουν επενδύσεις. Είναι και αυτός ένας μύθος.

Να τι έγραψε στην Καθημερινή ένας ειδικός επί του θέματος. «Η άμεση μείωση που δρομολογείται, σε αντιπαραβολή με μια σταδιακή μείωση του συντελεστή στο 24% (ίσως εντός 3ετίας), δεν ενισχύει το (ήδη αυξημένο μετά τις εκλογές) ενδιαφέρον ξένων επενδυτών… Σίγουρα υπάρχουν επικοινωνιακά οφέλη από την άμεση μείωση, τα οποία όμως πρέπει να αξιολογούνται με ρεαλισμό. Στα 16 συνολικά χρόνια εργασίας μου, εκ των οποίων τα 12 σε μεγάλες αγορές του εξωτερικού, κανένα fund και καμία πολυεθνική, με τα οποία συνεργάστηκα, δεν αξιολόγησε μια πιθανή επένδυση στην Ελλάδα (ή άλλη χώρα) με κύριο γνώμονα τον ονομαστικό φορολογικό συντελεστή.

Βασικούς άξονες επενδυτικών αποφάσεων αποτελούν:

1) Οι προοπτικές τις οικονομίας.

2) Η πολιτική σταθερότητα και το σταθερό νομικό πλαίσιο.

3) Η πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση.

4) Το ποιοτικό ανθρώπινο δυναμικό».

Άγγελος Μπένος: Φορολογικοί συντελεστές που δεν φέρνουν επενδύσεις

Καθημερινή 01.12.2019

Συμπέρασμα: Πολύ μικρή ελάφρυνση, άδικα μοιρασμένη, χωρίς αναπτυξιακό αντίκρισμα.

Το κριτήριο της βιωσιμότητας της ανάπτυξης

Η πολιτική της κυβέρνησης όπως  αποτυπώνεται  στον  Προϋπολογισμό 2020 και τα νομοσχέδια που ψηφίστηκαν από τότε που ανέλαβε προκαλούν τρεις βασικές ανατροπές στη στρατηγική που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε θεμελιώσει.

Ανατροπή 1 – Άνιση κατανομή φορολογικού βάρους. Οι παρεμβάσεις στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής έχουν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση ή και αύξηση του συνολικού φορολογικού βάρους και την άνιση ανακατανομή του προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων και των υψηλών εισοδημάτων.

Ανατροπή 2 – Η νέα κυβέρνηση επαναφέρει τη μνημονιακή αντίληψη και πολιτική σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα.

Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και η συμπίεση των μισθών επαναφέρονται ως βασικοί μοχλοί για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Ανατροπή 3 – Η «Εθνική Στρατηγική για τη Βιώσιμη και Δίκαιη Ανάπτυξη 2030» και οι αναπτυξιακές δημόσιες πολιτικές  που είχαμε διαμορφώσει εγκαταλείπονται. Στη θέση τους έρχονται ξανά λογικές του παρελθόντος, όπως  αποσπασματικές παρεμβάσεις και παρεμβάσεις πελατειακού τύπου, εξυπηρετήσεις σε συγκεκριμένα συμφέροντα.

Οι τρεις αυτές ανατροπές δημιουργούν συνθήκες οπισθοδρόμησης. Διαμορφώνουν ένα μοντέλο «οικονομικής μεγέθυνσης μέσω υποβάθμισης» που ενσωματώνει οργανικά την υποτίμηση της εργασίας, τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες και την υποχώρηση των οριοθετήσεων περιβαλλοντικής φύσεως, ως προϋποθέσεις και συντελεστές της «αναπτυξιακής» διαδικασίας.

Οι προοπτικές

Οι ανατροπές αυτές δείχνουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει διδαχθεί από την κρίση που περάσαμε, επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη, και αυτά  δημιουργούν μεγάλες αβεβαιότητες και κινδύνους για το μέλλον.

Οι ίδιες οι προβλέψεις του Προϋπολογισμού αμφισβητούνται. Η κυβέρνηση προβλέπει, όπως είπαμε, ρυθμό ανάπτυξης 2,8% αλλά η Τράπεζα της Ελλάδος, η Κομισιόν και άλλοι διεθνείς οργανισμοί το αμφισβητούν. Αν λοιπόν ο Προϋπολογισμός πέσει έξω σε αυτό, όλος θα είναι στον αέρα.

Αλλά το πιο σοβαρό είναι ότι η όποια ανάκαμψη δεν είναι διατηρήσιμη αφού διευρύνονται οι ανισότητες και η ιστορία έχει δείξει ότι αυτό οδηγεί σε κρίσεις.

Αλλά ούτε είναι βιώσιμη, διότι στην εποχή μας η ανάπτυξη της οικονομίας πρέπει να πηγαίνει μαζί με την κοινωνική προστασία και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Πώς θα αποτρέψουμε, λοιπόν, την παγίδευση σε ένα παραγωγικό μοντέλο που θα στηρίζεται στη φθηνή εργασία, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και τις συνεχείς ιδιωτικοποιήσεις, ακόμη και κοινωνικών αγαθών; Πώς θα αποτρέψουμε η σημερινή κομματικοποίηση του κράτους να γίνει μόνιμο καθεστώς και οι σημερινές αβεβαιότητες και  απειλές να οδηγήσουν σε νέες κρίσεις;

Από την άλλη πλευρά μπαίνουμε σε μια δεκαετία μεγάλων προκλήσεων και κρίσιμων επιλογών.

Και αν μπορεί να υπάρχει σήμερα νέα μια κινούσα ιδέα, αυτή δεν διαμορφώνεται με άξονα τους δήθεν αυτοματισμούς των αγορών αλλά από μια νέα κοινωνική συμφωνία και ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο που θα αντιμετωπίσει την κλιματική κρίση και τις αυξανόμενες ανισότητες από κοινού, με προτεραιότητα στις κοινωνικές ομάδες που επλήγησαν περισσότερο από την οικονομική κρίση και είναι πολύ πιθανό να πληγούν και από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Πώς θα ενώσουμε σε ένα πολιτικό σχέδιο  όσους ανησυχούν για το «τέλος του κόσμου» εάν αυτό δεν ικανοποιεί και εκείνους που ανησυχούν για το αν θα έχουν να περάσουν έως το «τέλος του μήνα»;

Πώς θα επαναφέρουμε, λοιπόν, τη χώρα μας στο δρόμο της βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης, της διεύρυνσης των δικαιωμάτων και της εμβάθυνσης της δημοκρατίας;

Ο αντίπαλός μας και πώς πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά πρέπει να δούμε ποια είναι η ρίζα του κακού και ποιος είναι πραγματικά ο αντίπαλος.

Όλα αυτά δεν αποτελούν λάθη χειρισμών ή αστοχίες, όπως λένε ορισμένοι από την κυβέρνηση της ΝΔ. Αλλά είναι συνέπειες του μοντέλου που ακολουθεί η κυβέρνηση και η ευρύτερη συμμαχία συμφερόντων που τη στηρίζει.

Αντίπαλός μας δηλαδή δεν είναι οι νεοδημοκράτες που βλέπουμε στη γειτονιά μας και με τους οποίους -κάποιους από αυτούς- μπορεί και να συμφωνούμε σε πολλά πράγματα και κάποιοι από τους οποίους μπορεί και να μας ψηφίσουν κάποια στιγμή. Αντίπαλος μας είναι ένα ευρύτερο μέτωπο, μια κοινωνική συμμαχία συμφερόντων που έχει ως πολιτική έκφραση τη ΝΔ και στον πυρήνα της έχει δυνάμεις που έλεγαν ότι «και αν δεν υπήρχε το μνημόνιο έπρεπε να το ανακαλύψουμε». Είναι δυνάμεις δηλαδή που θέλουν μνημονιακές πολιτικές και μετά τα μνημόνια. Γι’ αυτό και όπως είδαμε πιο πριν, ιδίως με το δήθεν αναπτυξιακό νομοσχέδιο, αφενός καταργούνται όλες σχεδόν οι διατάξεις με τις οποίες εμείς επαναφέραμε εργασιακά δικαιώματα που είχαν καταργηθεί αφετέρου η νέα κυβέρνηση  υιοθετεί όσα αιτήματα των δανειστών εμείς δεν κάναμε δεκτά.

Γι’ αυτό και η συμμαχία αυτή συγκροτήθηκε στη βάση μιας αντι-ΣΥΡΙΖΑ λογικής, αφού κύριο αντίπαλό τους θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια συντηρητική συμμαχία με αντιδραστικά και οπισθοδρομικά χαρακτηριστικά. Και τούτο γιατί κορμός της συμμαχίας αυτής είναι μια δεξιά που έχει αλλάξει προς το χειρότερο, είναι κράμα παραδοσιακών δεξιών, νεοφιλελεύθερων δεξιών και ακροδεξιών.  Ενώ παλιότερα οι ακροδεξιοί διαγράφονταν από τη ΝΔ π.χ. επί Καραμανλή, στη δεξιά του κ. Μητσοτάκη είναι καλοδεχούμενοι και μάλιστα επηρεάζουν πλευρές της πολιτικής. Γι’ αυτό και αυτή η νέα δεξιά έχει έντονα αντιδραστικά και οπισθοδρομικά χαρακτηριστικά όπως φάνηκε και στη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης που αρνήθηκε να ψηφίσει στοιχειώδεις προοδευτικές αλλαγές και δικαιώματα.

Αντίπαλός μας, λοιπόν, είναι καταρχήν οι αξίες και οι ιδεολογίες του φασισμού, του ρατσισμού του μίσους ενάντια στους ξένους και τους διαφορετικούς καθώς και γενικότερα οι αξίες του συντηρητισμού που εκθειάζουν τον εγωιστικό ατομικισμό, θεωρούν φυσικό νόμο τις κοινωνικές ανισότητες και θεοποιούν το κέρδος και τις ανεξέλεγκτες αγορές.

Αντίπαλός μας είναι οι πολιτικές που εκφράζουν τις αξίες αυτές και βέβαια οι πολιτικές δυνάμεις και τα συμφέροντα που τις υπηρετούν και υπηρετούνται από αυτές.

Αν τώρα προσπαθήσουμε να δούμε πως συγκροτείται η συμμαχία αυτή, θα διαπιστώσουμε ότι η ΝΔ είναι μόνο ένα μέρος της πολιτικής της έκφρασης. Από κει και πέρα είναι ένα πλήθος, θεσμών, ιδρυμάτων, οργανώσεων που άλλοτε ανοιχτά και άλλοτε συγκαλυμμένα υπηρετούν αυτό το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Κεντρική θέση στο σύστημα αυτό έχουν τα ΜΜΕ, ιδίως αυτά που ελέγχονται από γκρίζα συμφέροντα. Και ρόλος τους είναι η χειραγώγηση και όχι η αντικειμενική ενημέρωση της κοινής γνώμης ακόμη και ο εκχυδαϊσμός της πολιτικής.

Η δίκη μας απάντηση σ’ αυτό το συντηρητικό και αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο πρέπει να δοθεί με όρους μιας ευρείας προοδευτικής κοινωνικής συμμαχίας. Το 32% που ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές αποτελεί τη αφετηρία αλλά όχι και την οροφή.

Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι το  68% της κοινωνίας που δεν ψήφισε εμάς αλλά άλλα κόμματα, μπορεί να βρει λύση στα προβλήματά του από τη σημερινή πολιτική. Αντίθετα, ο ασύδοτος καπιταλισμός τον οποίο υπηρετεί η σημερινή κυβέρνηση θα θέσει στο περιθώριο ακόμη και ανθρώπους που την ψήφισαν. Μεγάλο μέρος λοιπόν αυτού του 68% θέλει ένα μέλλον καλύτερο, αυτό όμως στην εποχή μας περνά μέσα από κρίσιμες επιλογές που αφορούν την ενίσχυση του κοινωνικού  κράτους  και όχι ιδιωτικοποίησή του, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, με όρους αξιοπρεπούς εργασίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Και βέβαια μέσα σ’ αυτό το 68% είναι ανένταχτος κομματικά κόσμος αλλά και ψηφοφόροι του ΚΚΕ, του ΚΙΝΑΛ, που όσες διαφορές κι αν έχουμε, η ίδια η δυναμική των εξελίξεων θα μας φέρει στην ίδια όχθη.

Όμως, για να μπορέσουμε να οργανώσουμε ένα τέτοιο άνοιγμα και να συγκροτήσουμε τη δική μας κοινωνική συμμαχία, χρειαζόμαστε ένα κόμμα-κορμό και αυτόν το ρόλο καλείται να παίξει ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Για να υπάρξει η μεγάλη προοδευτική παράταξη χρειάζεται ένα κόμμα μεγάλο, αλλά και συνεκτικό, με οργανώσεις που θα φθάνουν παντού, με ρίζες στην κοινωνία με σαφή αριστερή ταυτότητα. Η οργανωτική πλαδαρότητα και η ιδεολογική αμορφία δεν έλκουν κόσμο, αλλά τον απωθούν. Σε μια κοινωνία ακραίου ατομικισμού αυτός ή αυτή που πλησιάζει τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αναζητά έναν οργανωμένο ατομικισμό ή παραγοντισμό. Αναζητά τη συλλογική δράση, την ξεχασμένη συντροφικότητα, την ανεπιτήδευτη αλληλεγγύη, ένα πλαίσιο στο οποίο θα έχει φωνή και ρόλο, μια στρατηγική αξιόπιστη, με συγκεκριμένους στόχους .

Γι’ αυτό και αυτό το εγχείρημα της διεύρυνσης, της ανασυγκρότησης και του μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ, από ένα κόμμα βασικά στελεχών, ομάδων και παραγόντων σε ένα σύγχρονο μαζικό κόμμα των μελών, αποτελεί την αριστερή απάντηση όχι μόνο σε μια ανάγκη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και μια γενικότερης σημασίας απάντηση στην κρίση του κομματικού φαινομένου. Και με την έννοια αυτή είναι υπόθεση του κάθε αριστερού και προοδευτικού πολίτη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.