Άκτιο: Παραδόθηκαν τα πρώτα 15 χιλ. της Παραϊόνιας οδού

Τα πρώτα 15 χλμ. της Παρϊόνιας Οδού που συνδέει τη Λευκάδα, το Άκτιο και τη Βόνιτσα με την Ιόνια Οδό παραδόθηκαν σήμερα στην κυκλοφορία από τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, Χρήστο Σπίρτζη, παρουσία του υφυπουργού, Θάνου Μωραΐτη και τοπικών βουλευτών.

Πρόκειται για το τμήμα Άκτιο-Βόνιτσα μήκους 15 χλμ απο τα 48,5 χλμ που είναι το σύνολο του έργου από την Λίμνη Αμβρακία -σύνδεση με Ιόνια Οδό λίγο πριν την είσοδο της Αμφιλοχίας – μέχρι την υποθαλάσσια γέφυρα στο Άκτιο.

Όπως δήλωσε ο κ. Σπίρτζης σε 1,5 με 2 χρόνια θα ολοκληρωθούν και τα υπόλοιπα 33 χλμ. του οδικού άξονα.

«Ηταν ένα έργο εγκαταλελειμμένο που το αναστήσαμε, ένα έργο σκιάχτρο. Έπρεπε να είχε παραδοθεί ήδη από το 2012-13» τόνισε ο κ. Σπίρτζης.

«Πρόκειται για μια από τις πολλές συνδέσεις της Ιονίας Οδού και των άλλων μεγάλων αυτοκινητοδρόμων με τις παρακείμενες πόλεις, τουριστικά θέρετρα, λιμάνια και βιομηχανικά κέντρα που δεν είχαν προβλεφθεί και σχεδιαστεί ποτέ στις συγκεκριμένες παραχωρήσεις με ευθύνη εκείνων που σχεδίασαν αυτά τα έργα», ανέφερε ο υπουργός.

«Κανένας από τους μεγάλους αυτοκινητοδρόμους, ούτε η Εγνατία Οδός δε συνδέονται με τις παρακείμενες πόλεις και τα βιομηχανικά τους κέντρα, πρόσθεσε ο υπουργός Υποδομών παραπέμποντας «στη Νέα Δημοκρατία και τους υπουργούς της».

Σημείωσε πάντως ότι «τα έργα δεν ανήκουν σε κυβερνήσεις, ανήκουν στον ελληνικό λαό που τα πληρώνει και υποχρέωση των κυβερνήσεων και των αρμοδίων υπουργών είναι να τα κατασκευάζουν και να τα παραδίδουν στην ώρα τους».

Όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο διευθυντής Συγκοινωνιακών Υποδομών, Δημήτρης Αναγνώπουλος, ο οδικός άξονας Αμβρακία – Άκτιο περιλαμβάνει δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, τρείς μεγάλες κοιλαδογέφυρες και πέντε με έξι κόμβους.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ

«Ενώνουμε τις δυνάμεις μας – Για την Ελλάδα των πολλών, Για την Ευρώπη των λαών»

Στις 26 του Μάη θα στείλουμε τους εκπροσώπους μας στο Ευρωκοινοβούλιο. Πρόκειται για κρίσιμες εκλογές που θα καθορίσουν την κατεύθυνση της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε με αρχές την εμπέδωση της ειρήνης, της δημοκρατίας, της ισότητας των φύλων, του κοινωνικού κράτους, της κοινωνικής συνοχής και της σύγκλισης των επιπέδων οικονομικής ανάπτυξης και διαβίωσης. Δυστυχώς, αυτές οι αρχές έχουν δώσει τη θέση τους στην πολιτική της λιτότητας, στις κεντρόφυγες τάσεις (Brexit), στη διαφοροποίηση του ευρωπαϊκού βορρά από το ευρωπαϊκό νότο, στον ευρώ σκεπτικισμός, με συνέπεια την άνοδο της Ακροδεξιάς και του εθνικολαϊκισμού.

Καλούμαστε, επομένως, να πάρουμε ιστορικές αποφάσεις γιατί το μέλλον της Ελλάδας είναι συνυφασμένο με το μέλλον της Ευρώπης. Το 2018 η Ελλάδα βγήκε από τον σκληρό μνημονιακό καταναγκασμό. Αλλά η κρίση που βίωσε και σε μεγάλο βαθμό ακόμα βιώνει ήταν και κρίση της Ευρώπης. Ήταν η κρίση του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Κάθε χώρα τη βίωσε με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση. Ποια είναι τα διδάγματα της κρίσης για την επόμενη μέρα; Θα συνεχίσουμε ενισχύοντας τη νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας και περιορισμού των κοινωνικών δικαιωμάτων, την πολιτική χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση η οποία εξ αντιδράσεως προκαλεί τον ακροδεξιό λαϊκισμό που αμφισβητεί τις βάσεις του ευρωπαϊκού δημοκρατικού πολιτισμού;

Αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε -και γι` αυτό εργαζόμαστε- τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση όλων των δυνάμεων που υποστηρίζουν έμπρακτα την Ευρώπη της δημοκρατικής νομιμοποίησης, την Ευρώπη των πολιτών, την Ευρώπη της πολύπλευρης αλληλεγγύης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό αντιλαμβανόμαστε και την Ελλάδα της προόδου, της δίκαιης ανάπτυξης, της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Στην οικονομική και κοινωνική κρίση προστίθενται τα ολέθρια αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής. Έχει γίνει προφανές ότι η οικολογική καταστροφή που επιφέρει η κλιματική αλλαγή οφείλεται στην αλόγιστη κατασπατάληση πόρων από τους εμπόρους του κέρδους, στην ερημοποίηση μεγάλων περιοχών του πλανήτη, που ενισχύουν έτσι, εκτός των άλλων, τις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές.

Στο κενό μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που υπέθαλψε ο νεοφιλελευθερισμός, διείσδυσε και αναπτύχθηκε η ακροδεξιά, με τη δήθεν αντισυστημική ρητορεία της και με «πολιτική» πρόταση τον ακροδεξιό εθνικισμό, τον ρατσισμό, τον μισογυνισμό, το μίσος κατά του μειονοτικού «άλλου» σε κάθε επίπεδο. Ο νεοφιλελευθερισμός υπέθαλψε τις ακροδεξιές πρακτικές, και σε αρκετές χώρες της Ευρώπης συμπλέει ή συγκυβερνά με την Ακροδεξιά. Η επιθετικότητα αυτού του συστήματος, όπου παγιώθηκε, στράφηκε εναντίον των κοινωνικών, των πολιτικών και των ατομικών δικαιωμάτων, στοχοποίησε τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τροφοδότησε την έμφυλη βία, αλλά και τη φυσική βία ενάντια σε κάθε «διαφορετικότητα». Θέλουμε την Ευρώπη ήπειρο της δυσανεξίας και της μισαλλοδοξίας;

Η Ακροδεξιά δεν χτυπά απλώς «την πόρτα μας», Έχει ήδη εισβάλει μέσα στο κοινό ευρωπαϊκό μας σπίτι ενώ επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ατζέντα παραδοσιακών δυνάμεων της κεντροδεξιάς. Πρέπει αποφασιστικά να την αντιμετωπίσουμε και αυτό θα κάνουμε ενισχύοντας παντού προοδευτικές συμμαχίες.

Στην Ελλάδα, ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός, όπως αποτυπώνεται στις θέσεις και στο πρόγραμμα της ΝΔ, επιδιώκει να εφαρμόσει όσα δεν τόλμησε το Μνημόνιο. Φορολογικές ελαφρύνσεις στο μεγάλο κεφάλαιο και τους έχοντες σε βάρος του κοινωνικού κράτους. Διάλυση των εργασιακών σχέσεων, απολύσεις χωρίς όριο και αποζημίωση, ρευστοποίηση του ωραρίου, συρρίκνωση του κράτους και εκχώρηση παιδείας και υγείας στους ιδιώτες. Αντί δικαιωμάτων, φιλοδωρήματα. Αυτά υποσχέθηκε στους ντελιβεράδες, αυτά στους μουσικούς παραγωγούς. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Νεοφιλελευθερισμού. Από το κράτος πρόνοιας πίσω στην επιλεκτική φιλανθρωπία. Χαρακτηριστική των γενικότερων προθέσεων της ΝΔ είναι η υποστήριξη που παρέχει στον υπερσυντηρητικό Μάνφρεντ Βέμπερ για τη νευραλγική θέση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής . Μια υποστήριξη που θα βλάψει πέραν των άλλων και τα ελληνικά συμφέροντα μέσα στην ΕΕ , όπως αποδεικνύει το πρόσφατο παρελθόν του υποψηφίου.

Με αφορμή την ιστορική συμφωνία των Πρεσπών, μια σπουδαία πράξη ειρήνης και συμφιλίωσης στα Βαλκάνια που χαιρετίστηκε από όλο τον κόσμο, η ΝΔ νομιμοποίησε το κλίμα ψευδο-εθνικισμού και φανατισμού, ξαναθυμίζοντας το τοξικό κλίμα της εμφυλιοπολεμικής ρητορικής. Από τη Μεταπολίτευσης, που δημιούργησε τη δημοκρατία μας, πίσω στην Ελλάδα της Δεξιάς που δεν έχει πρόβλημα να αποκλείει από τη διακυβέρνηση της χώρας εκείνο το τμήμα που έχει « ελαττωματικές ιδέες και φρονήματα», δηλαδή την Αριστερά.

Θεωρούμε ότι απέναντι στην κρισιμότητα των εκλογών χρειαζόμαστε -και γι`αυτό συγκροτούμε – μια μεγάλη προοδευτική συμμαχία των πολιτών, των κινημάτων και των συλλογικοτήτων που ανήκουν στο χώρο της αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας που απογαλακτίζεται από συντηρητικές πολιτικές, της οικολογίας και των πράσινων, του δημοκρατικού κέντρου. Θέλουμε μαζί μας τους φιλελεύθερους δημοκρατικούς πολίτες που η ταυτότητα τους ορίζεται από τη μακρά παράδοση των δημοκρατικών αγώνων του λαού μας.

Το πρόγραμμά μας, το κοινωνικό Συμβόλαιο που προτείνουμε, συνοψίζεται σε επτά σημεία, για την πραγματοποίηση των οποίων θα αγωνιστούμε στην Ευρώπη:

-Πρώτον, την κατοχύρωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Πυλώνα, για την εγγύηση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ανδρών και γυναικών: Για έναν ευρωπαϊκό κατώτατο μισθό, την εξάλειψη της ανισότητας στις αμοιβές, ευρωπαϊκές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και κοινές ευρωπαϊκές κοινωνικές υπηρεσίες με πρόσβαση ελεύθερη στους πολίτες.

-Δεύτερον, την αποφασιστική αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού με νέους πόρους, χωρίς να επιβαρύνουμε τα λαϊκά στρώματα: Όπως, ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ο φόρος στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ο φόρος στις συναλλαγές μέσω ψηφιακών πλατφορμών.

-Τρίτον, η ανάπτυξη μηχανισμών διαμερισμού της ευθύνης αλλά και του βάρους –αμοιβαιοποίηση δηλαδή του ρίσκου και των δημόσιων χρεών στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Πρακτικά με την έκδοση ευρωομολόγου.

-Τέταρτον, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής του μεγάλου πλούτου. Με ευρωπαϊκές και διεθνείς ρυθμίσεις για τους φορολογικούς παραδείσους, καθώς και με τη στροφή προς μια δίκαιη φορολογική εναρμόνιση.

-Πέμπτον, η ριζική στροφή της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής από τη λιτότητα στις επενδύσεις, για μια δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη. Με βάση ένα νέο επενδυτικό πρότυπο που θα προάγει τον οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας.

-Έκτο, η άμεση συντονισμένη δράση σε επίπεδο κρατών μελών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, στη βάση των Στόχων που έχει ήδη θέσει η Ένωση ως το 2050. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις των μαθητών για το κλίμα, μας δείχνουν το δρόμο.

-Και έβδομο, η διεύρυνση της δημοκρατίας. Το τέλος της κυριαρχίας του τεχνοκρατισμού επί της πολιτικής. Μέσα από θεσμούς για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία και μέσω της κατοχύρωσης νέων θεσμών και δεσμευτικών μηχανισμών κοινωνικής συμμετοχής».

Τέλος, στο μείζον θέμα των προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών σταθερή είναι η θέση μας για Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου και για την ανάγκη αναθεώρησης της Συνθήκης του Δουβλίνου, στη βάση της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού.

Προχωράμε, λοιπόν, αποφασιστικά στη μεγάλη δημοκρατική- προοδευτική συμπαράταξη, με απόλυτο σεβασμό στις επιμέρους απόψεις και τις διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές ευαισθησίες. Το σχήμα ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία απλώνεται με γοργούς ρυθμούς σε όλη την χώρα , είναι στρατηγική επιλογή που παράλληλα θα δώσει νικηφόρα την μάχη των ευρωεκλογών.

Οι ιστορικοί δεσμοί που συγκροτούν αυτή τη μεγάλη κοινωνικοπολιτική συμμαχία καθορίζουν τη δράση της. Η προάσπιση της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, η προώθηση της ολόπλευρης, δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας, η αποτροπή του «μαύρου μετώπου» της αντίδρασης και της οπισθοδρόμησης αποτελούν τους άρρηκτους δεσμούς της, και ταυτόχρονα τους μεγάλους στόχους της για την Ευρώπη που μας αξίζει. Αυτή η προοδευτική – δημοκρατική συμμαχία αποτελεί εγγύηση για μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, που θα αγωνιστεί για μια άλλη Ευρώπη της ειρήνης, της κοινωνικής προόδου και της δημοκρατικής αναγέννησης.

Τα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ, η κυβερνώσα Αριστερά αναμετρήθηκε και με τις αδυναμίες της και τα σφάλματα της. Όμως, στο τέλος αυτής της πρώτης διαδρομής κατόρθωσε να κρατήσει την κοινωνία όρθια και να βγάλει την χώρα στο ξέφωτο.

Ζητάμε από τους δημοκρατικούς και απαιτητικούς πολίτες να απορρίψουν τη, βολική για τη δεξιά, θεωρία του καναπέ, της αδιαφορίας και της αποχής, να προσέλθουν αποφασιστικά στις κάλπες και με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών να προετοιμάσουν την μεγάλη νίκη των προοδευτικών δυνάμεων στις εθνικές εκλογές.

Καλούμε τη νέα γενιά να πάρει στα χέρια της την συναρπαστική υπόθεση της Ευρώπης , της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και της οικολογίας.

Με την κοινή μας δράση συγκροτούμε τη μεγάλη συμμαχία, που θα υπερασπιστεί το ευρωπαϊκό δημοκρατικό κεκτημένο και θα γυρίσει τον τροχό της Ιστορίας προς την κατεύθυνση της κοινωνικής προόδου.

Το οφείλουμε στη χώρα μας, στο λαό μας, στην ιστορία μας, στα παιδιά μας.

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στη συζήτηση για τις γερμανικές επανορθώσεις

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν θέλω στη σημερινή συνεδρίαση, στη σημερινή συζήτηση, να προκαλέσω αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις με την Αξιωματική Αντιπολίτευση, με την Αντιπολίτευση συνολικά.

Όμως, δεν μπορώ, ξεκινώντας και ακούγοντας τον προλαλήσαντα, να μην πω μόνο μια φράση. Από το 1974 έως το 2015 δεν κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ τη χώρα. Το θέμα που συζητάμε σήμερα δεν αφορά κάτι το οποίο συνέβη το πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι ο λογαριασμός Βαρουφάκη, είναι ένα μεγάλη ιστορικής σημασίας θέμα για την Ελλάδα, για την Ευρώπη, για τον κόσμο ολόκληρο.

Πάει πολύ σε αυτό το θέμα ειδικά να ακολουθείτε την ίδια τακτική που ακολουθείτε σε όλα τα άλλα ζητήματα. Εκεί που μας χρωστάγανε, μας ζητάνε και το βόδι.

Πάει πολύ, εσείς, που ο Σαμαράς πήγαινε εκεί και έλεγε «ουδείς αναμάρτητος» -και εγώ βρέθηκα στο Βερολίνο ως ο πρώτος Έλληνας Πρωθυπουργός που έθεσε το θέμα εκεί, των αποζημιώσεων- να μας ζητάτε σήμερα και τα ρέστα γι’ αυτό και να μας λέτε «γιατί είπες πρωτίστως ηθικό;». Γιατί αυτή είναι μια σοβαρή γραμμή διεκδίκησης, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Και βεβαίως, δεν θα έχετε διαβάσει ούτε καν τον τίτλο του βιβλίου του Μανώλη Γλέζου, που είναι ο ακάματος αγωνιστής της διεκδίκησης των επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου, ο οποίος έβαλε σαν τίτλο «Και ένα μάρκο να ήταν».

Όμως, κύριε Πρόεδρε, δεν θα  συνεχίσω σε αυτόν τον τόνο, διότι αντιλαμβάνομαι, εγώ τουλάχιστον, ότι σήμερα δεν έχει κανένα νόημα να αναμετρηθώ και να αντιπαρατεθώ με πτέρυγες του ελληνικού Κοινοβουλίου. Αυτό θα έπρεπε ίσως να το έχουν αντιληφθεί όλες και όλοι όσοι ανέβηκαν σε αυτό το Βήμα.

Αυτό που έχει αξία σήμερα είναι να αναμετρηθούμε με την ιστορία, διότι είναι μια ιστορική συνεδρίαση.

Είναι μια συνεδρίαση φόρος τιμής στα θύματα του ναζισμού και του φασισμού στην Ελλάδα, την Ευρώπη, τον κόσμο.

Είναι μια συνεδρίαση φόρος τιμής στα θύματα του Διστόμου, της Βιάννου, των Καλαβρύτων, της Καισαριανής, αλλά και στα θύματα του Άουσβιτς, του Νταχάου, των κρεματορίων στην Πολωνία, τη Τρεμπλίνκα, του Σομπιμπόρ, του Μπέλζεκ, εκεί όπου έχασαν τις ζωές τους χιλιάδες άνθρωποι.

Είναι μια συνεδρίαση, θα έλεγα, φόρος τιμής στους ήρωες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που πολέμησαν και πέθαναν για να υπερασπιστούν την ελευθερία τους, τη δική τους και των πατρίδων τους, απέναντι στις θηριωδίες των φασιστών και των ναζί.

Θα έλεγα, όμως, ότι είναι και φόρος τιμής σε όλους όσοι πολέμησαν στις εσχατιές του κόσμου, από το Στάλινγκραντ στη Νορμανδία και από τα Υψώματα του Ζέελοβ μέχρι τη Βόρεια Αφρική και τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Φόρος τιμής στους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης που δεν δείλιασαν μπροστά στην πολεμική μηχανή της ναζιστικής Γερμανίας, φόρος τιμής στους αγωνιστές του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, και των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι μαζί με εκατομμύρια ανυπότακτους στη Σοβιετική Ένωση, τη Γαλλία, την Ισπανία στη Γιουγκοσλαβία, αλλά και στη Γερμανία και την Ιταλία.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι αντιστάθηκαν κι εκεί, μέσα στην ίδια την κοιλιά του κτήνους, και ίσως σε αυτούς –που ήταν πολλοί και πολλές- να οφείλουμε ακόμη μεγαλύτερο σεβασμό.

Και πιστεύω ότι σήμερα πιο πολύ από ποτέ άλλοτε οφείλουμε όλους αυτούς να τους μνημονεύουμε, να τους θυμόμαστε και να τους τιμάμε, όχι σαν ήρωες του παρελθόντος, αλλά ίσως σαν σύμβολα του μέλλοντος, σήμερα πιο πολύ από ποτέ. Γιατί; Γιατί οι εχθροί της ελευθερίας σηκώνουν ξανά κεφάλι στην Ευρώπη.

Και υπάρχει, δυστυχώς, και μια πτέρυγα μέσα σε αυτό το Κοινοβούλιο που είναι άδεια τώρα, αλλά είχαν το θράσος να ανεβούν σε αυτό το Βήμα και να μιλήσουν. Δεν αναφέρθηκαν ούτε μία στιγμή στην έννοια «ναζί» και «ναζισμός», γιατί είναι οι ίδιοι.

Και αποτελεί ντροπή για την ελληνική ιστορία ότι ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού, παραπλανημένο θεωρώντας τους αντισυστημικούς, τους δίνει τη δυνατότητα να βρίσκονται στην Εθνική Αντιπροσωπεία σήμερα. Και είναι ντροπή και όνειδος για την ιστορία του λαού μας!

Σήμερα, λοιπόν, και στην Ελλάδα, αλλά, δυστυχώς, σε όλη την Ευρώπη η ακροδεξιά, ο εθνικισμός, ο ρατσισμός απειλούν να κυριαρχήσουν, να δηλητηριάσουν και να διχάσουν ξανά.

Απειλούν να γυρίσουν την Ευρώπη πίσω στο σκοτάδι του μίσους και θέτουν σε κίνδυνο τις μεγάλες κατακτήσεις των τελευταίων εβδομήντα και πλέον ετών, την ίδια την ενωμένη Ευρώπη, την ίδια τη Δημοκρατία κι αυτό είναι κάτι το οποίο δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.

Και ας είναι αυτό ένα μήνυμα το οποίο θα βγει σήμερα από αυτήν εδώ την Αίθουσα, να το ακούσουν όλοι οι πολίτες εν όψει και της ευρωπαϊκής κάλπης, να αναμετρηθούμε με το συλλογικό μας χρέος, να στείλουμε μήνυμα συμφιλίωσης και ειρήνης όχι μίσους και μήνυμα νίκης της μνήμης ενάντια στη λήθη, μήνυμα επούλωσης των βαθιών πληγών που άφησε στη συλλογική συνείδηση της Ελλάδας και της Ευρώπης ο πόλεμος και η φρίκη.

Για να μπορέσει, όμως, αυτό το μήνυμα να ευδοκιμήσει και για να μπορέσει να ευδοκιμήσει και η προσπάθεια –που θέλω να πιστεύω όλοι μας θέλουμε να έχει αποτελέσματα- χρειάζεται ειλικρίνεια και θάρρος απ’ όλες τις πλευρές, απαιτείται αμοιβαία αναγνώριση που είναι, αν θέλετε, προϋπόθεση της συγχώρεσης.  Αλλά αυτή η αμοιβαιότητα δεν μπορεί να είναι συνώνυμη του συμψηφισμού. Δεν μπορούν τα θύματα να εξισώνονται με τους θύτες.

Κι έχω υποχρέωση να το πω αυτό, γιατί κάποιοι προσπάθησαν να το κάνουν. Κάποιοι τόλμησαν να πουν το 2015 ότι δήθεν η Ελλάδα χρησιμοποιεί τις αξιώσεις της από τα εγκλήματα πολέμου της ναζιστικής Γερμανίας, προκειμένου η νεοεκλεγμένη τότε Κυβέρνηση να διαπραγματευτεί το 2015 με όρους καλύτερους το χρέος και τη θέση της στην ενωμένη Ευρώπη και ότι αυτό ήταν το επιχείρημα εκείνες τις μέρες και στον γερμανικό και στον διεθνή Τύπο.

Όμως, αυτή η αποκρουστική ιδέα χαρακτηρίζει αυτούς που τη συνέλαβαν, όχι την Ελλάδα, όχι την ελληνική Κυβέρνηση, όχι την Εθνική Αντιπροσωπεία, όχι όλους όσοι εδώ και χρόνια δίνουν αγώνα για τις διεκδικήσεις αυτές. Γιατί όλοι μας, συλλογικά ο ελληνικός λαός, είμαστε πολύ πιο περήφανοι, έχουμε πολύ πιο υψηλό το αίσθημα της αξιοπρέπειας και της περηφάνιας για να διαπράξουμε κάτι τέτοιο.

Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να βάλουμε το απόλυτο κακό του ναζισμού σε καμία ζυγαριά, όχι μόνο γιατί κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε διαπραγματευτικά τη διεκδίκησή μας, αλλά γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν προσβολή στα ίδια τα θύματα του ναζισμού.

Θα ήταν προσβολή στην ιστορία, θα ήταν προσβολή στη μνήμη, θα ήταν προσβολή στην Αντίσταση, θα ήταν τελικά προσβολή της ιστορικής διαδρομής μας, της συγκρότησης της συλλογικής μας συνείδησης, του ίδιου μας του εαυτού, της ίδιας μας της πατρίδας.

Να, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα που έθεσαν ορισμένοι εκ των οποίων ανέβηκαν σε αυτό το Βήμα με διάθεση αντιπολιτευτική γιατί σήμερα –πράγματι, το 2016 τελείωσε αυτή η επιτροπή- έρχεται το θέμα αυτό στη συζήτηση.

Διότι σήμερα η χώρα δεν βρίσκεται στα προγράμματα της επιτροπείας, διότι σήμερα η χώρα δεν βρίσκεται σε αυτόν τον σκληρό κλοιό του καταναγκασμού, διότι σήμερα η χώρα δεν έχει να αποδείξει ότι δεν φέρνει το ζήτημα των επανορθώσεων, των αποζημιώσεων, του κατοχικού δανείου, προκειμένου να τα βάλει σε ζυγαριά με το ζήτημα του χρέους της!

Διότι καμία σφαγή, καμία θηριωδία, κανένα έγκλημα, ούτε μία σταγόνα αίμα δεν θα μπορούσε να μπει και δεν πρόκειται ποτέ να μπει στη ζυγαριά με κανένα μνημόνιο, καμία διαπραγμάτευση, καμία πληρωμή τοις μετρητοίς!

Και γι’ αυτό, βεβαίως επιλέξαμε να εισάγουμε την έκθεση στην Ολομέλεια σήμερα. Γιατί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι αλήθεια ότι οι κακεντρεχείς εκείνη την περίοδο ήσαν πολλοί και ότι οι σχέσεις μας με την Γερμανία, εξαιτίας του ειδικού βάρους και του ειδικού της ρόλου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη και εξαιτίας του ειδικού της βάρους καθ’ όλη τη μνημονιακή περίοδο, καθ’ όλη την περίοδο αυτή, την οκταετία, ήταν τεταμένες και ιδιαίτερα όταν αναλάβαμε εμείς.

Στη συνείδηση του ελληνικού λαού πολλά απ’ όσα έγιναν αυτή την περίοδο, δικαίως ή αδίκως, χρεώθηκαν στη γερμανική αδιαλλαξία, ενώ ήταν εξίσου πολλοί και στην ίδια τη Γερμανία που είχαν την ίδια άποψη.

Σε κάθε περίπτωση, εγώ θα έλεγα ότι η ηθικολογική στάση κάποιων πολιτικών στη Γερμανία, που θέλησαν να παραστήσουν στον ελληνικό λαό τους ηθικοδιδασκάλους προς συνετισμό του ελληνικού λαού ομιλούσαν εκείνη την περίοδο, δεν βοήθησε ιδιαιτέρως τη διαμόρφωση ενός καλού κλίματος στις ελληνογερμανικές σχέσεις. Αντίθετα, επιβάρυναν το ήδη αρνητικό κλίμα και επέτειναν την καχυποψία.

Όμως, όλα αυτά θα τα εξετάσει ο ιστορικός του μέλλοντος, διότι πιστεύω βαθιά ότι σήμερα βρισκόμαστε σε μια τελείως διαφορετική φάση και γι’ αυτό τον λόγο έχει αξία η σημερινή συζήτηση.

Και γι’ αυτό τον λόγο έχει αξία να έχουμε μια ομόφωνη θέση ως Εθνική Αντιπροσωπεία. Και γι’ αυτό τον λόγο έχει αξία να συζητήσουμε και για τα επόμενα βήματα.

Γιατί έχει αλλάξει, λοιπόν, η στάση; Γιατί έχει αλλάξει το τοπίο ριζικά; Έχει αλλάξει το τοπίο ριζικά διότι πιστεύουμε βαθιά ότι μπορούμε να έχουμε μια ουσιαστική και φυσιολογική σχέση με τη γερμανική κυβέρνηση σήμερα, έξω από τα μνημόνια, ότι μπορούμε να έχουμε ένα πλαίσιο συνεργασίας και διαλόγου.

Νομίζω ότι μ’ αυτήν τη διάθεση πρέπει να ξεκινήσουμε –και όχι να κλείσουμε σήμερα- μια ενδεχομένως μακρά διαδικασία διεκδίκησης, η οποία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, η οποία πρέπει να έχει βήματα, διότι –επαναλαμβάνω- έχουμε ένα θετικό κεκτημένο.

Ανοίγουμε σήμερα τον διάλογο σ’ ένα θέμα όχι απλά ευαίσθητο, αλλά ιστορικά, συναισθηματικά και ηθικά φορτισμένο.

Στην εναρκτήρια συζήτηση για το θέμα αυτό στο Κοινοβούλιο τον Μάρτη του ’15 είχα πει την εξής φράση, ότι εμείς δεν πρόκειται να κάνουμε θεοδικία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα διεκδικήσουμε τις απαράγραπτες αξιώσεις της χώρας μας και τις απαράγραπτες αξιώσεις των πολιτών μας από τα μαρτυρικά χωριά απέναντι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πάνω απ’ όλα γιατί αυτή η διεκδίκηση αποτελεί για εμάς ένα –επαναλαμβάνω- χρέος ιστορικό και ηθικό και γιατί θεωρούμε ότι για να μπορέσουμε να οικοδομήσουμε ένα καλύτερο μέλλον, χρειάζεται να κλείσουμε τις ανοικτές υποθέσεις του παρελθόντος. Αυτό πιστεύω βαθιά ότι οφείλει να κατανοήσει και οφείλει να κάνει σήμερα και η Γερμανία.

Από την πλευρά μου θα ήθελα να πω ότι κατανοώ τη στάση της Γερμανίας στην υπόθεση αυτή, μια στάση που έχει καθοριστεί ιστορικά από μια αβάστακτη ενοχή που ακολούθησε ολόκληρες γενιές που δεν έφταιξαν σε τίποτα -είναι αλήθεια- μια ενοχή που κινούνταν στο μεταίχμιο μεταξύ της φραστικής αναγνώρισης και της νομικής παραγνώρισης και απώθησης. Όμως, για να μιλήσω και με ψυχαναλυτικούς όρους, η ανάδυση του απωθημένου είναι η αρχή του τέλους του συμπτώματος.

Σήμερα, λοιπόν, έχουμε καθήκον να δώσουμε την ευκαιρία στους λαούς μας να κλείσουν οριστικά αυτό το κεφάλαιο. Τα λέω αυτά περισσότερο απευθυνόμενος, όπως καταλαβαίνετε, σ’ αυτούς που πιστεύω ότι μας παρακολουθούν σήμερα. Δεν μας παρακολουθούν μόνο Έλληνες πολίτες. Μας παρακολουθεί και η γερμανική κοινή γνώμη.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, σ’ αυτήν εδώ τη συζήτηση να υπεισέλθω στα νομικά ζητήματα που εγείρονται, διότι η ελληνική διοίκηση, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το Γενικό Λογιστήριο, αλλά και η Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή, έχουν κάνει μια επίπονη νομική και τεχνική δουλειά προσδιορισμού των ελληνικών αξιώσεων και καταγραφής του νομικού πλαισίου εντός του οποίου οφείλουμε ως πολιτεία να κινηθούμε και να ενεργήσουμε, ώστε αυτή η διεκδίκηση να μη μείνει ένα γράμμα κενό.

Βασικός μας στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος σ’ αυτήν τη φάση από το να συμφωνήσουμε με τη Γερμανία να προσέλθουμε επιτέλους στο τραπέζι του διαλόγου σαν ισότιμοι εταίροι, σαν φίλοι και σύμμαχοι.

Γνωρίζετε ότι κάτι τέτοιο ήταν μια διαχρονική –για να είμαι δίκαιος- αλλά δυστυχώς μέχρι στιγμής ατελέσφορη επιδίωξη του ελληνικού κράτους, το οποίο βεβαίως ουδέποτε παραιτήθηκε από τις αξιώσεις τόσο τις δικές του όσο και των πολιτών του.

Σήμερα νομίζω, ωστόσο, ότι έχουμε κάνει πλέον τις απαραίτητες ενέργειες και έχουμε δημιουργήσει το έδαφος για να επιδιώξουμε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα αυτόν τον διάλογο. Είναι ακριβώς σ’ αυτό το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθούμε από εδώ και στο εξής. Θα εξηγήσω τι εννοώ.

Πριν εξηγήσω τι εννοώ, να παραδεχθώ ότι όντως το θέμα αυτό έχει ανοίξει επισήμως με ρηματική διακοίνωση από το 1995 από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου με Υπουργό Εξωτερικών, αν δεν κάνω λάθος, τον Κάρολο Παπούλια, τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ήταν σε σωστή βάση. Ωστόσο, απάντηση δεν υπήρξε και δεύτερο βήμα δεν έγινε.

Αναφέρθηκαν ορισμένοι συνάδελφοι απ’ αυτό εδώ το Βήμα για δεύτερη ρηματική διακοίνωση λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του 2015. Να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, να μην παίζουμε. Η ρηματική διακοίνωση είναι ρηματική διακοίνωση, όχι σχόλιο σε δημοσιεύματα του γερμανικού τύπου. Ρηματική διακοίνωση σημαίνει «ανοίγω ένα θέμα».

Μπορεί να στείλουμε και ένα sms και να πούμε ότι κάναμε ρηματική διακοίνωση, αλλά ρηματική διακοίνωση σημαίνει ότι ανοίγουμε ένα θέμα επισήμως και λέμε «θέλουμε ένα, δύο, τρία, τέσσερα γι’ αυτόν και γι’ αυτόν τον λόγο», όχι κάτω από την προεκλογική πίεση, για να πούμε ότι κάναμε ρηματική διακοίνωση, να στείλουμε ένα χαρτί στο οποίο λέμε «υπήρχαν δημοσιεύματα, τα λάβαμε υπόψη μας, τα θέτουμε υπόψη σας».

Εγώ ευελπιστώ ότι αν θέλουμε να έχουμε αρχή, μέση και τέλος σ’ αυτήν μας την προσπάθεια, πρώτα απ’ όλα οφείλουμε σήμερα να ομονοήσουμε ότι το πόρισμα της Επιτροπής μάς καλύπτει όλους και στη βάση αυτού του πορίσματος θα προχωρήσουμε στη διεκδίκηση με τη διεθνοποίηση του ζητήματος, με ρηματική διακοίνωση η οποία θα βάζει τα θέματα στην ορθή τους βάση, με προσπάθεια να δημιουργήσουμε έρεισμα σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά κυρίως μέσα στην ίδια τη Γερμανία και βεβαίως να έχουμε στο μυαλό μας και τα βήματα που θα ακολουθήσουν σε κάθε εκδοχή.

Αν ναι μεν υπάρξει θετική στάση διαλόγου, είναι το σενάριο στο οποίο θα είμαστε όλοι ευτυχέστεροι. Αν όχι, πάλι πρέπει να έχουμε σχέδιο για την επόμενη μέρα.

Αυτό το οποίο, λοιπόν, ζητώ να συνομολογήσουμε σήμερα είναι η έγκριση αυτού του πορίσματος. Σας ανακοινώνω ότι σ’ αυτό το πλαίσιο αμέσως μετά την –ελπίζω- ομόθυμη έγκριση από την πλευρά του Κοινοβουλίου και την –ελπίζω- ομόθυμη προτροπή του Κοινοβουλίου, η Ελληνική Κυβέρνηση σκοπεύει άμεσα να απευθύνει ρηματική διακοίνωση στην Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Θα είναι μια ρηματική διακοίνωση με την οποία θα επαναλαμβάνει τις απαράγραπτες αξιώσεις της που προκύπτουν από τη ναζιστική εισβολή και κατοχή, καθώς και από τα εγκλήματα πολέμου της ναζιστικής Γερμανίας, απαράγραπτες αξιώσεις, οι οποίες, σύμφωνα και με το πόρισμα της Επιτροπής, αφορούν: Πρώτον, στις πολεμικές επανορθώσεις για τις υλικές καταστροφές και τη διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας.

Δεύτερον, στις αποζημιώσεις για τα θύματα και τους συγγενείς των θυμάτων εγκλημάτων πολέμου στα μαρτυρικά χωριά. Τρίτον, στην αποπληρωμή του κατοχικού δανείου. Τέταρτον, εις ό,τι αφορά την επιστροφή των κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών και κειμηλίων.

Η ρηματική αυτή διακοίνωση θα εμπεριέχει μέσα αναλυτικά τις διεκδικήσεις μας. Δεν θα αναφέρεται σε δημοσιεύματα.

Θέλω να πιστεύω ότι εκκινώντας αυτήν την προσπάθεια και στην ειλικρινή μας πρόθεση να ξεκινήσουμε έναν ανοικτό και ταυτόχρονα ηθικά και νομικά επιβεβλημένο διάλογο, θα υπάρξουν φωνές –ήδη υπάρχουν φωνές και αυτό ίσως είναι ένα ποιοτικό στοιχείο διαφοράς από το 1995-1996- και μέσα στην ίδια τη γερμανική κοινωνία.

Ήδη υπάρχουν φορείς της γερμανικής κοινωνίας των πολιτών που ανταποκρίνονται και υποστηρίζουν το δίκαιο ελληνικό αίτημα. Μέλη κομμάτων της γερμανικής Αριστεράς, των πρασίνων, των σοσιαλδημοκρατών, άνθρωποι της τέχνης και των γραμμάτων, μέλη κοινωνικών φορέων, ήταν αυτοί που πήραν πρόσφατα την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση μιας οργάνωσης με τίτλο «Σεβασμός στην Ελλάδα».

Κινητοποιήθηκαν για να υποστηρίξουν την ανάγκη το γερμανικό κράτος να αναγνωρίσει έμπρακτα το ηθικό και υλικό τους χρέος απέναντι σε μία χώρα και έναν λαό που υπέφερε κάτω από το φρικιαστικό καθεστώς της ναζιστικής κατοχής.

Είναι ακριβώς -θα έλεγα- αυτό το παράδειγμα αυτής της οργάνωσης, αυτής της κίνησης με τίτλο «Σεβασμός για την Ελλάδα» που δείχνει τον δρόμο μέσα από τον οποίο οι δύο λαοί μπορούμε να υπερβούμε το παρελθόν και να δώσουμε ένα παράδειγμα για το μέλλον. Δίνει ένα διεθνιστικό μήνυμα αλληλεγγύης σε μία περίοδο που η Ευρώπη κινδυνεύει να βυθιστεί και πάλι στο σκοτάδι των εθνικών απομονωτισμών της εθνικιστικής αυτάρκειας και του σωβινισμού.

Το παράδειγμα αυτών των πρωτοπόρων –γενναίων θα έλεγα- ανθρώπων ελπίζω να ακολουθήσει και η γερμανική κυβέρνηση, σαν μία έμπρακτη κίνηση αναγνώρισης της ναζιστικής θηριωδίας και των πληγών που άφησαν τα ναζιστικά στρατεύματα στη χώρα μας.

Εμείς θα αναμένουμε με καλή θέληση και με αισθήματα πραγματικής φιλίας την απάντηση της γερμανικής κυβέρνησης.

Όμως, θέλω να κλείσω λέγοντας το εξής: Όποια και να είναι αυτή η απάντηση, αυτήν τη φορά πρέπει όλοι να ομονοήσουμε ότι δεν θα αφήσουμε το θέμα στις καλένδες. Όποια κι αν είναι αυτή η απάντηση, αυτήν τη φορά θα επανέλθουμε και για τα τέσσερα ζητήματα.

Θα επανέλθουμε αξιοποιώντας όσα μέσα μάς δίνει ο ευρωπαϊκός και ο διεθνής νομικός πολιτισμός και αν χρειαστεί, εξισώνοντας και τον δικό μας νομικό πολιτισμό με όσα συμβαίνουν στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό. Κατανοείτε, φαντάζομαι, όλοι σας τι ακριβώς εννοώ.

Σας ευχαριστώ θερμά.

 

Αλ. Χαρίτσης: Το χρέος της κυβέρνησης απέναντι στο λαό είναι να μην πάει χαμένο ούτε ένα ευρώ

«Το χρέος που έχει αναλάβει η κυβέρνηση απέναντι στον ελληνικό λαό, είναι ούτε ένα ευρώ, δημόσιου χρήματος, να μην πάει χαμένο», τόνισε ο υπουργός Εσωτερικών Αλέξης Χαρίτσης κατά τον χαιρετισμό του στα εγκαίνια του Κλειστού Γυμναστηρίου στο Καναλλάκι της Πάργας, ενός έργου που είχε ξεκινήσει το 1998 και οι εργασίες είχαν σταματήσει το 2009.

Ο υπουργός ήταν προσκεκλημένος στα εγκαίνια του έργου, καθώς με δικές του ενέργειες από την θέση του υφυπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης το 2016, ενέκρινε την τροποποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων της Περιφέρειας Ηπείρου και προβλέφθηκε το ποσό των 300.000 ευρώ, όπως χαρακτηριστικά τόνισε στην ομιλία του ο δήμαρχος Πάργας, Αντώνης Νάστας, ο οποίος ευχαρίστησε θερμά και απέδωσε τα εύσημα στο Αλέξη Χαρίτση.

Ο υπουργός Εσωτερικών υπογράμμισε πως η κυβέρνηση στηρίζει τα έργα που χρειάζονται οι τοπικές κοινωνίες στη Ήπειρο και σε όλη την Ελλάδα.

«Όλες οι χρηματοδοτήσεις, θα πάνε σε έργα σημαντικά που έχουν ανάγκη οι τοπικές κοινωνίας», πρόσθεσε χαρακτηριστικά.

Ο Αλέξης Χαρίτσης εξήρε την συνεργασία που είχε με όλους τους αρμόδιους φορείς που οδήγησε στα εγκαίνια του σημαντικό έργου στο Καναλλάκι, ενώ σχολίασε:

«Ερχόμενος εδώ και διαβάζοντας το ιστορικό του έργου, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα δεδομένα και για την χώρα μας αν δεν χρειάζονταν 20 χρόνια για να ολοκληρώσουμε και να εγκαινιάζουμε ένα κλειστό Γυμναστήριο…»

Το 2015, όπως είπε, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με ανάλογα ζητήματα και μέλημα της ήταν, από την πρώτη στιγμή, η εξεύρεση λύσης. «…Έπρεπε να κάνουμε δύο πράγματα. Πρώτον, να προσπαθήσουμε να βρούμε τους χρηματοδοτικούς πόρους, τα κονδύλια, για να υλοποιήσουμε αυτά τα έργα, όπως και πράξαμε. Καταφέραμε αυτά τα 4 χρόνια η χώρα μας, να είναι πρώτη στην Ευρώπη στην απορρόφηση κονδυλίων. Αυτό δεν ήταν εύκολο, έγινε με μεγάλη προσπάθεια ώστε να έχουμε την δυνατότητα να υλοποιούμε έργα όπως αυτό εδώ. Το δεύτερο, που έπρεπε να κάνουμε ήταν να συνεργαστούμε. Να προσπαθήσουμε από κοινού, το Κεντρικό Κράτος, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, η Περιφέρεια και οι Δήμοι…

…συνεργαστήκαμε με όλους, γιατί θεωρούμε πως μέσα από την συνεργασία μπορούμε να φέρουμε αποτελέσματα. Αυτό επιβεβαιώνεται στην πράξη. Αυτό επιβεβαιώνεται εδώ σήμερα» επισήμανε.

Ο υπουργός Εσωτερικών εξέφρασε την ικανοποίηση και την χαρά του που το έργο του Κλειστού Γυμναστήριου Καναλλακίου εγκαινιάζεται. Μάλιστα ανέφερε πως τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση προχώρησε σε τριπλασιασμό των πόρων στην Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, ώστε να υλοποιηθούν και άλλα έργα για την νεολαία σε όλη την Ελλάδα. Επίσης ο υπουργός τόνισε, ότι πριν λίγες εβδομάδες, με γενναία χρηματοδότηση που ξεπερνά τα 5,5 δισ. ευρώ, εντάχτηκε στο πρόγραμμα «Φιλόδημος», το διαδημοτικό έργο ύδρευσης των παραλιακών περιοχών της Πάργας και της Πρέβεζας.

Ο Αλεξης Χαρίτσης δεσμεύτηκε δημόσια, πως το ζητούμενο έργο στην περιοχή, το Πολιτιστικό Κέντρο θα γίνει πραγματικότητα. Κλείνοντας την ομιλία του, επισήμανε πως «όλα τα έργα που υλοποιούνται δεν ανήκουν σε κανέναν άλλο, παρά μόνο στον λαό».

Κατά την τελετή των εγκαινίων χαιρέτησε και ο υφυπουργός Εργασίας, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ της Πρέβεζας, Κώστας Μπάρκας, ο οποίος έκανε αναφορά στην πορεία του έργου που ξεκίνησε το 1998 και πάντα ήταν το ζητούμενο για τους κατοίκους. Το έργο όπως είπε, είναι ένα Κέντρο Αθλητισμού για όλο τον Νομό Πρέβεζας, χάριν στην συνεργασία του αρμόδιου Υπουργείου, της Περιφέρειας και του Δήμου.