Ακόμα δυο νεαροί στο πιλοτήριο

Από χτες δυο στελέχη της νεότερης γενιάς του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε δυο κορυφαίες επιτελικές θέσεις. Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος και ο Νάσος Ηλιόπουλος κατέχουν τις θέσεις του γραμματέα και του εκπροσώπου του κόμματος.

 Γεννημένοι και οι δυο τη δεκαετία του ’80, καλοί επιστήμονες, καλλιεργημένοι, πολιτικά δραστηριοποιημένοι από την ύστερη εφηβεία τους, ενταγμένοι στο Συνασπισμό από την εποχή ανάπτυξης της Νεολαίας του.

Και οι δύο ζουν και κινούνται σε μια ηλικιακή ομάδα που απέχει από αυτή που ελέγχει πολιτικά τη χώρα εδώ και δεκαετίες. Ανήκουν σε ένα κομμάτι του πληθυσμού που δεν είδε ιδίοις όμμασι το μετεμφυλιακό κράτος, δεν έζησε τη Χούντα, την διάσπαση του κομμουνιστικού κόμματος, την Μεταπολίτευση, την «Αλλαγή». Όταν κατέρρεε ο υπαρκτός σοσιαλισμός κα ανατρέπονταν παραδόσεις δεκαετιών, και οι δύο φοιτούσαν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Συμμετείχαν και συνεισέφεραν, όμως, σε μια πολιτική πορεία ενός μικρού αριστερού κόμματος από το περιθώριο στην εξουσία. Και βρέθηκαν να ασκούν πολιτική στους ξύλινους χώρους υπουργείων, να συγκρούονται με την αντιπολίτευση. Είχαν για συντρόφους ανθρώπους, που κουβαλούν την παρακαταθήκη των ιστορικών αγώνων της Αριστεράς, αλλά κλήθηκαν να την εκφράσουν σε χώρους που αυτή ποτέ δεν βρέθηκε: την κεντρική εξουσία.

Τώρα καλούνται να διαδεχθούν τους Σκουρλέτη και Χαρίτση, δυο στελέχη πρώτης γραμμής, που έπρεπε συχνά πυκνά «να βγάλουν το φίδι από την τρύπα», πολύ συχνά υπό πολύ αντίξοες συνθήκες.

Η επιλογή οι Τζανακόπουλος και Ηλιόπουλος να βρεθούν  σε κρίσιμες κομματικές θέσεις μπορεί να αποβεί, πάντως, καίρια για την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ένα σύγχρονο κόμμα της Αριστεράς. Και ένα σύγχρονο κόμμα δεν είναι αυτό που υπαναχωρεί σε θέσεις ή αποκόπτεται από το παρελθόν.

Σύγχρονο είναι ένα κόμμα δημοκρατικό, που μπορεί να αντιλαμβάνεται τις διεργασίες στην κοινωνία, να προσεγγίζει αποτελεσματικά το πιο δύσπιστο κομμάτι της, τη νεολαία, να προσπερνά τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, να εκφράζεται απλά και κατανοητά, να είναι ευέλικτο στην τακτική του, να εφευρίσκει νέους τρόπους να οικοδομεί ισχυρούς δεσμούς με την κοινωνία.

  • Το κύριο άρθρο της ΑΥΓΗΣ τη Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Το στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ των Μνημονίων, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να ολοκληρώσει την κυβερνητική του θητεία βάζο ντας ένα ξεκάθαρο πρόσημο στον χαρακτήρα τής κυβερνητικής του πολιτικής.

 Κατάφερε να κρατήσει ανοιχτά τα νοσοκομεία, ενέταξε εκατομμύρια ανασφάλιστους στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, διένειμε κοινωνικό μέρισμα σε χιλιάδες συνταξιούχους. Υλοποίησε τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει στο ακέραιο.

Έβγαλε τη χώρα από τα Μνημόνια, ανέβασε τον κατώτατο μισθό, επανέφερε τη 13η σύνταξη. Και αποχώρησε με το κεφάλι ψηλά, δίνοντας τη θέση του σε μια κυβέρνηση που έχει έρθει για να τα ξηλώσει όλα, να κλείσει
δουλειές και να λεηλατήσει.

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Και σήμερα, που μια νέα τριπλή κρίση απειλεί τη χώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πάλι δίκιο. Κατέθεσε ουσιαστικές και τεκμηριωμένες προτάσεις για τη θωράκιση της κοινωνίας και της οικονομίας απέναντι
στην κρίση της πανδημίας. Αντιπαρέβαλε τη λογική τής δικής του εξωτερικής πολιτικής στη διγλωσσία και την υποκρισία της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Και οι δικές του προγραμματικές αρχές αξιολογούνται σήμερα πολύ πιο σοβαρά, την ώρα που η σημερινή κυβέρνηση κατεδαφίζει συστηματικά οτιδήποτε προστατεύει τις εργασιακές σχέσεις, το δημόσιο συμφέρον, το κοινωνικό κράτος και το περιβάλλον.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ να φροντίσει, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ; Να εκτιμήσει πιο σοβαρά τη σημασία και τον ρόλο που παίζει στην πολιτική επικοινωνία η ανανέωση προσώπων. Να περιορίσει τον χώρο που δίνει σε εσωτερικές διαμάχες και δυσαρέσκειες και να ανοίξει πεδίο για την πολιτική του. Να ιεραρχήσει τις συλλογικές επιδιώξεις πάνω από τις ατομικές. Να οργανώσει τη διεύρυνσή του κοιτάζοντας προς το μέλλον και όχι προς το παρελθόν.

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ στο στοίχημά του.

  •  Το κύριο άρθρο της ΑΥΓΗΣ την Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

Ποιον να πιστέψουμε τώρα;

Οι ανακοινώσεις του γ.γ. του ΝΑΤΟ αλλά και σειρά από άλλες παρεμβάσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων εμφανίζουν την κυβέρνηση να έχει συμφωνήσει την έναρξη συνομιλιών με την Τουρκία για την αποκλιμάκωση της έντασης στην ανατολική Μεσόγειο.

Η εξέλιξη αυτή εκθέτει σοβαρά την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία στο εσωτερικό της χώρας έχει διακηρύξει ότι δεν πρόκειται να πάρει μέρος σε κανέναν διάλογο αν η Τουρκία δεν σταματήσει τις προκλήσεις και δεν αποσύρει το ερευνητικό σκάφος «Oruc Reis» από την ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη ασκεί εξωτερική πολιτική με πρωτοφανή προχειρότητα, διγλωσσία και ανοργανωσιά. Λέει άλλα στους διεθνείς οργανισμούς και τους εταίρους της χώρας και άλλα στο εσωτερικό της ακροατήριο.

Αντί να ξεκαθαρίσει τους στόχους και τους σκοπούς της και να συνεννοηθεί με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις σε μια κοινή γραμμή, παίζει σε δύο ταμπλό.

Στο εσωτερικό δηλώνει αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα εθνικά συμφέροντα -πράγμα που έκανε κατά κόρον με την προσφυγική κρίση στον  Έβρο. Παρασκηνιακά δεσμεύεται σε ό,τι της ζητήσουν. Κι αυτό που έχει καταφέρει είναι όσο οξύνεται η τουρκική προκλητικότητα τόσο να αυξάνονται οι πιέσεις προς την Ελλάδα για διάλογο.

Ακόμα περισσότερο εκτεθειμένη είναι η κυβέρνηση για τον ανήθικο τρόπο με τον οποίο άσκησε αντιπολίτευση στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αν ήταν σήμερα αντιπολίτευση, η Ν.Δ. θα καλούσε σε συλλαλητήρια στο Σύνταγμα για πολύ λιγότερα απ’ όσα έχει κάνει η ίδια το τελευταίο διάστημα ως κυβέρνηση.

Τώρα διαψεύδουν τον Στόλτενμπεργκ. Και ζητούν να τους πιστέψουμε. Οι ίδιοι που έλεγαν παλιότερα «πιστεύουμε τον Ερντογάν και όχι τον Τσίπρα». Αλήθεια;

  •  Το κύριο άρθρο της ΑΥΓΗΣ την Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2020