ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ μέχρι στιγμής, από την πανδημία του κορωνοϊού

 

Μερικές σκέψεις από το Οργανωτικό Γραφείο ΣΥΡΙΖΑ

Θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε νηφάλια όταν περάσει η κρίση της πανδημίας και οι επιπτώσεις της, και πρέπει να το κάνουμε αυτό σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, εκείνο που εμείς επισημαίνουμε σε αυτή τη φάση είναι ότι η πανδημία του κορωνοϊού αποδεικνύει, ακόμη μία φορά, δύο πράγματα. Αφενός, το πόσο ιδεοληπτικό είναι το δόγμα του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, που θεοποιεί τις αγορές και τα περιμένει όλα από αυτές. Και, αφετέρου, πόσο ανεύθυνο, επικίνδυνο και ανορθολογικό είναι να υπονομεύονται τα δημόσια συστήματα υγείας χάριν της λιτότητας, όπως ήταν η κυρίαρχη πολιτική στην Ευρώπη αλλά και αλλού τα προηγούμενα χρόνια.

Σήμερα, νιώθουμε δικαιωμένοι για την πολιτική επιλογή που κάναμε ως κυβέρνηση στον χώρο της υγείας. Να θέσουμε ως προτεραιότητα την αποκατάσταση του ετοιμόρροπου δημόσιου συστήματος υγείας που παραλάβαμε από την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου το 2015 και να επιδιώξουμε με κάθε τρόπο την ενίσχυσή του. Κι αυτό, παρά τις αντίξοες δημοσιονομικές συνθήκες που επίσης μας κληροδότησε η προηγούμενη κυβέρνηση.

–Νιώθουμε δικαιωμένοι διότι ακυρώσαμε τις 7.500+ διαθεσιμότητες και χιλιάδες απολύσεις νοσηλευτικού και ιατρικού προσωπικού που είχε δρομολογήσει ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης ως αρμόδιος υπουργός. Αντ’ αυτών, ενισχύσαμε το δημόσιο σύστημα υγείας με 11.500 καθαρές προσλήψεις (δηλαδή νέες προσλήψεις μείον τις συνταξιοδοτήσεις) ενώ, όταν καταφέραμε να βγούμε από τα μνημόνια και τους περιορισμούς τους, δρομολογήσαμε επιπλέον 10.000 προσλήψεις για τα επόμενα 4 χρόνια, μεταξύ των οποίων και 1.500 προσλήψεις για το 2019, οι οποίες ακόμη εκκρεμούν, και 2.500 για το 2020.

–Νιώθουμε δικαιωμένοι, διότι διασφαλίσαμε την πρόσβαση όλων των πολιτών στο δημόσιο σύστημα υγείας, ακυρώνοντας τον αποκλεισμό για 2 εκατομμύρια ανασφάλιστους πολίτες που είχε επιβάλλει η προηγούμενη κυβέρνηση καθώς και κάμποσα εκατομμύρια που είχαν χρεωθεί οι πολίτες μέσω της εφορίας για τη νοσηλεία τους.

–Νιώθουμε δικαιωμένοι που, ενώ παραλάβαμε τον ΕΟΠΥΥ που χρωστούσε περίπου 2 δις σε ιδιώτες παρόχους υγείας και απέδιδε μόνο 100 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο στα δημόσια νοσοκομεία, καταφέραμε να τον νοικοκυρέψουμε παραδίδοντάς τον με ληξιπρόθεσμα χρέη λιγότερο από 300 εκ., να αποπληρώνει κανονικά τους παρόχους και κυρίως να έχει εξαπλασιάσει τη χρηματοδότηση του ΕΣΥ (νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας).

–Νιώθουμε δικαιωμένοι που καταφέραμε να διασφαλίσουμε τους πόρους για να ανανεώσουμε κατά 50% τον στόλο του ΕΚΑΒ (300 νέα ασθενοφόρα) αλλά και να περιθωριοποιήσουμε τα διάφορα συμφέροντα που επί χρόνια ναρκοθετούσαν την ολοκλήρωση των συναφών διαγωνισμών.

–Νιώθουμε δικαιωμένοι που, στη θέση του πλήρως αποδιαρθρωμένου συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας που παραλάβαμε, καταφέραμε να σχεδιάσουμε και να αρχίσουμε να υλοποιούμε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό δημόσιο σύστημα ΠΦΥ παραδίδοντας 125 Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ). Σε αυτές, μόνο επί των ημερών μας, είχαν απευθυνθεί πάνω από 1 εκ. πολίτες με το 78% από αυτούς να αντιμετωπίζει το πρόβλημα υγείας στις τοπικές μονάδες και μόνο το 22% να χρειάζεται να παραπεμφθεί σε νοσοκομείο. Ενώ σχεδιάζαμε και τη δημιουργία κινητών μονάδων ΠΦΥ που θα επισκέπτονταν τις δυσπρόσιτες περιοχές.

–Νιώθουμε δικαιωμένοι που διασφαλίσαμε τη λειτουργία 120 επιπλέον ΜΕΘ σε σχέση με αυτές που παραλάβαμε.

— Νιώθουμε δικαιωμένοι για την πληθώρα θεσμικών παρεμβάσεων, όπως π.χ. την πολιτική για το φάρμακο, το νέο σύστημα για τις προμήθειες υγείας, την εξυγίανση του ΚΕΕΛΠΝΟ και τον μετασχηματισμό του στον ΕΟΔΥ, την κατάργηση των ακριβοπληρωμένων συμβάσεων με ιδιώτες για την καθαριότητα στα νοσοκομεία. Και πολλά άλλα που θωράκισαν το σύστημα από  την κακοδιαχείριση, τη διασπάθιση δημόσιου χρήματος και τη διαφθορά, τα οποία στερούσαν πολύτιμους πόρους από το δημόσιο σύστημα υγείας.

 Νιώθουμε όμως δικαιωμένοι και για τη στρατηγική επιλογή μας να βγάλουμε τη χώρα από τα μνημόνια και μάλιστα με καθαρή έξοδο (και όχι όπως πρότειναν κι επεδίωκαν ο κ. Στουρνάρας και άλλοι, μέσω πιστοληπτικής γραμμής που προϋποθέτει νέο μνημόνιο) και με τη δημιουργία επαρκούς μαξιλαριού ρευστότητας. Κάτι που, σε συνδυασμό με την ελάφρυνση χρέους που είχαμε διεκδικήσει και πετύχει (αντίθετα από τους Σαμαρά – Βενιζέλο που διεκδικούσαν πιστοποιητικά βιωσιμότητας ενός χρέους που όλος ο κόσμος γνώριζε ότι ήταν μη βιώσιμο), μας επιτρέπει σήμερα να μπορούμε να λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσουμε την πανδημία του κορωνοϊού και τις επιπτώσεις της, μέτρα για την παραπέρα ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας και μέτρα για να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας.

Όπως και αυτή του ΣΥΡΙΖΑ…

Η κυβέρνηση, χωρίς ντροπή, λέει ότι έχει άλλη πολιτική από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, αναφέρει η ανακοίνωση του ΚΚΕ σχετικά με τις τελευταίες δραματικές εξελίξεις στο προσφυγικό. Και δεν παραλείπει παρακάτω, καταγγέλλοντας την κυβερνητική αγριότητα, να επαναλαμβάνει, εντός παρενθέσεως, «όπως και αυτή του ΣΥΡΙΖΑ».

 Μην τυχόν και παρεξηγηθεί ότι τα βάζει μόνο με τη Ν.Δ. που κυβερνά κι αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ που είναι στην αντιπολίτευση στο απυρόβλητο. Και το επιχείρημα είναι απλό και σπάει κόκκαλα – της λογικής: Και οι δύο ακολουθούν την πολιτική της Ε.Ε. και δέχονται τη συμφωνία Ευρώπης – Τουρκίας. Όπερ έδει δείξαι: είναι ίδιοι και έχουν την ίδια πολιτική.

Δεν έχει νόημα να αντιπαραβάλει κανείς στην άποψη αυτή οποιαδήποτε επιχειρήματα. Ούτε να συγκρίνει την πραγματικότητα σήμερα με την πραγματικότητα χθες. Έτσι είναι αν έτσι νομίζουν. Αφού εμείς και οι Σαλβίνι είμαστε στην Ευρώπη, είμαστε ίδιοι.

Ίσως έχει όμως κάποιο νόημα να θυμίσουμε ότι αυτό το στερεότυπο «όπως και αυτή του ΣΥΡΙΖΑ» επαναλαμβάνεται στις δημόσιες τοποθετήσεις του ΚΚΕ σε όλες τις περιπτώσεις. Πενήντα – πενήντα μας παίζουν από τον Περισσό, μερικές φορές και εξήντα σαράντα. Δεν υπάρχει ανακοίνωση που να αφορά την κυβέρνηση της Ν.Δ. και να μην θυμίζει πόσο ίδια είναι η πολιτική της με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Ίδιοι στο κοινωνικό κράτος – ο καπιταλισμός βλέπετε. Ίδιοι στην εξωτερική πολιτική – η εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Ίδιοι στο εργασιακό καθεστώς – πάλι ο καπιταλισμός. Ίδιοι στην Παιδεία, την Υγεία, στο περιβάλλον, στα ανθρώπινα και δημοκρατικά δικαιώματα.

Μπορεί σε μερικά να επιφυλάσσουν πιο ντροπαλή κριτική και σε άλλα να ξεφωνίζουν α λα Κανέλλη, αλλά το μόνο που δεν κάνουν είναι να αναγνωρίσουν ότι κάτι προοδευτικό, έστω ελάχιστο, έστω μισό, έστω ως απόπειρα, βρε αδελφέ, προσπάθησαν να κάνουν οι προηγούμενοι. Ακόμα και για τις Πρέσπες, ακόμα και τώρα, η σημερινή κυβέρνηση βρίσκεται στο στόχαστρο γιατί δέχεται τη συμφωνία της χθεσινής.

Δεν καταλαβαίνουν, δεν βλέπουν όντως καμιά διαφορά; Ή και καταλαβαίνουν, και βλέπουν, αλλά για λόγους αυτοσυντήρησης, ψυχολογίας, επαναστατικής υπεροψίας, προσχωρούν στη γνωστή αρχή;

Ότι αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τις απόψεις μου, τόσο το χειρότερο γι’ αυτή; Διαλέγετε και παίρνετε. Σε κάθε περίπτωση, αν δεν θέλεις στείρους καυγάδες, μια λέξη μόνο μπορείς να πεις: Κρίμα!

Θανάσης Καρτερός (Αυγή)

Θέλουν; Δεν θέλουν; Τι να σας πω!

Τάσος Παππάς

Πολλοί έχουν μπερδευτεί το τελευταίο διάστημα με το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Αναρωτιούνται πού το πάει και τι ακριβώς θέλει στο επίπεδο των πολιτικών συμμαχιών. Αντιφατικές προσεγγίσεις, δηλώσεις από τα ίδια πρόσωπα με απόσταση λίγων ημερών που κονταροχτυπιούνται, τα δειλά ανοίγματα προς τον ΣΥΡΙΖΑ συνυπάρχουν με τις σφοδρές καταγγελίες κατά της ηγεσίας του. Εχουμε και λέμε:

-Στην ομιλία της στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΙΝ.ΑΛΛ. η Φώφη Γεννηματά επιτέθηκε στον πρωθυπουργό για τον εκλογικό νόμο: «Οι πολίτες στις εκλογές θα δώσουν τη δική τους απάντηση, θα ακυρώσουν με την ψήφο τους την προσπάθεια για κατασκευασμένες πλειοψηφίες και θα ανοίξουν τον δρόμο για πραγματικά προοδευτικές λύσεις, με το Κίνημα Αλλαγής πρωταγωνιστή». Αν οι λέξεις δεν έχουν χάσει το νόημά τους κι αν πάρουμε υπόψη μας την κριτική που ασκεί εσχάτως το ΚΙΝ.ΑΛΛ. στην κυβέρνηση για διάφορες επιλογές της, τότε δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι για την κ. Γεννηματά οι προοδευτικές λύσεις δεν περιλαμβάνουν τη Δεξιά.

-Μία μέρα μετά, ο στενός συνεργάτης της κ. Γεννηματά, πρώην υπουργός Χρήστος Πρωτόπαπας, μέσω του News 247, θύμισε στον πρωθυπουργό τη λαϊκή παροιμία «αυτός που ανοίγει τον λάκκο του άλλου μπορεί να πέσει ο ίδιος μέσα». Και έσπευσε να συμπληρώσει: «Προφανώς πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση από την πρώτη εκλογή». Κάτι ανάλογο έχει υποστηρίξει και ο Αλ. Τσίπρας. Τι είδους κυβέρνηση θα είναι αυτή; «Το ΚΙΝ.ΑΛΛ. δεν είναι πολιτικό εκκρεμές ή δεκανίκι». Παρέπεμψε στις συνεδριακές αποφάσεις για «κυβερνητικές συνεργασίες με καθαρά προοδευτικό στίγμα».

-Η συνέχεια όμως ήταν σε άλλο μήκος κύματος. Η κ. Γεννηματά επέστρεψε στην παλιά ρητορική της. Στη συνέντευξή της στο «Βήμα» (19-1-2020) αμφισβήτησε ότι ο Αλέξης Τσίπρας επιθυμεί προοδευτικές συμμαχίες και συνεργασίες. Για ποιους λόγους; Για τη στάση του στο παρελθόν, αλλά και για την τακτική του σήμερα:

● «Ηταν δική του επιλογή να συγκυβερνήσει με ένα ακροδεξιό μόρφωμα που τελικά αφομοίωσε στους κόλπους του».

Ξεχνάει η κ. Γεννηματά ότι το δικό της κόμμα συμμετείχε στην ίδια κυβέρνηση με τον ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη; Ξεχνάει επίσης η επικεφαλής του ΚΙΝ.ΑΛΛ. ότι ούτε τον Ιανουάριο του 2015 ούτε τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου προσφέρθηκε το ΚΙΝ.ΑΛΛ. να γίνει κυβερνητικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ; Αλλος διαθέσιμος πέραν του κ. Καμμένου δεν υπήρχε. Τι έπρεπε να κάνει ο Αλ. Τσίπρας; Πάλι εκλογές; Και σε τελική ανάλυση ο Τσίπρας πέτυχε αυτό που ευχόταν η κ. Γεννηματά: εξαφάνισε το ακροδεξιό μόρφωμα. Αυτό δεν πρέπει να του πιστωθεί; Εκτός αν πιστεύει η αρχηγός του ΚΙΝ.ΑΛΛ. ότι τα στελέχη των ΑΝ.ΕΛΛ. που μετακόμισαν στον ΣΥΡΙΖΑ δίνουν τον τόνο στο εσωτερικό του. Τραβηγμένο από τα μαλλιά αυτό το επιχείρημα.

● «Ηταν δική του απόφαση να εφαρμόσει τις πιο σκληρές συντηρητικές πολιτικές, για αυτό άλλωστε, ευχαρίστως, τις συνεχίζει κατά γράμμα η σημερινή κυβέρνηση».

Ξεχνάει η κ. Γεννηματά ότι οι σκληρές πολιτικές που εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στο τρίτο Μνημόνιο το οποίο ψήφισε και το δικό της κόμμα; Επιπλέον, παράγοντες της παράταξής της πίεζαν τον Τσίπρα να αφήσει κατά μέρος τους τσαμπουκάδες με τους εταίρους και να υπογράψει ό,τι του έδιναν. Χθες σύνεση, σήμερα μαγκιές εκ του ασφαλούς;

● «Το αποτέλεσμα ήταν να ανοίξει διάπλατα τον δρόμο στην επάνοδο της Δεξιάς πάνω σε άσπρο άλογο, την οποία υποτίθεται τώρα κόπτεται να αναχαιτίσει αναζητώντας συμμάχους».

Ξεχνάει η κ. Γεννηματά τη γραμμή που είχε το κόμμα της, την οποία υπηρέτησαν με πάθος όλα τα πρωτοκλασάτα στελέχη του; Αν δεν με απατά η μνήμη μου, κεντρικός στόχος του ΚΙΝ.ΑΛΛ. στις εκλογές του Ιουλίου ήταν «η στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και η εκλογική ταπείνωσή του». Μήπως λοιπόν έβαλε το χεράκι του και το δικό της κόμμα για να επιστρέψει η Δεξιά πάνω σε άσπρο άλογο;

● «Ηταν καθαρά δική του επιλογή να μαζέψει αποστάτες από τα αζήτητα της Κεντροαριστεράς, μια τακτική που συνεχίζει και μετά τις εκλογές».

Αποστάτες; Πολύ βαριά κουβέντα. Κοντή και βολική μνήμη από την επικεφαλής ενός κόμματος που είχε κάνει στο παρελθόν, τότε που ήταν στις μεγάλες δόξες του, επιστήμη τη λεηλασία γειτονικών περιοχών. Οταν ήταν το ΠΑΣΟΚ ο χώρος υποδοχής προσώπων από την Αριστερά, όλα ήταν καλώς καμωμένα; Τότε μπορούσαν να λένε το προσβλητικό «ΠΑΣΟΚ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις» και να μην τρέχει τίποτε, ενώ τώρα που ο θύτης έγινε θύμα πρόκειται για έγκλημα καθοσιώσεως; Επίσης στον ΣΥΡΙΖΑ δεν πήγαν μόνο πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ, πήγαν και κυρίως έμειναν οι περισσότεροι ψηφοφόροι του. Αυτό κάτι πρέπει να λέει στην ηγετική ομάδα του ΚΙΝ.ΑΛΛ.

Περί κομματικής εξέλιξης

 

Γράφει ο Χρήστος Κοτσίνης, MSc

Αντιπρόεδρος Επιμελητηρίου Πρέβεζας

Έχω την αίσθηση πως η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών αυτής της χώρας, ανεξαρτήτως επιπέδου μόρφωσης δεν έχουν αντίληψη της Θεωρίας της Εξέλιξης. Μπορεί να γνωρίζουν τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, μα όχι τη θεωρία που παρουσίασε στα μέσα του 19ου αιώνα ο έτερος μεγάλος Κάρολος, ο Δαρβίνος. Αυτό είναι εύκολα εξηγήσιμο, αν σκεφτεί κανείς τη σχέση του λαού μας με τον Χριστιανισμό και τις Ιουδαϊκές του ρίζες που ξεκινούν την ιστορία του κόσμου μας πριν έξι περίπου χιλιάδες χρόνια με τον Αδάμ και την Εύα.

Έτσι δεν με εξέπληξε καθόλου το γεγονός ότι καθηγητής του γιου μου (3η Γυμνασίου) αποκάλεσε βλακείες τα περί εξέλιξης των ειδών, χρησιμοποιώντας κατά τη διάρκεια του μαθήματος το επιχείρημα-ερώτημα: “Αν προερχόμαστε από τους πιθήκους, τότε γιατί υπάρχουν πίθηκοι;” Δεν θέλω να σταθώ στη σαχλότητα του επιχειρήματος… είναι σαν να ρωτάω εγώ: “Αφού είμαι το γένος Φυσέκη, απ’ το Κανάλι, γιατί συνεχίζει να υπάρχει σόι Φυσεκέικο”. Το κλαδί που μας γέννησε θα συνεχίσει να υπάρχει – συνεχίζει την αυτόνομη πορεία του – και θα γεννά παρακλάδια.

Παρόμοια δεν εκπλήσσομαι διαβάζοντας παντού – ως κατηγορία – για ΠαΣοΚοποίηση του ΣυΡιζΑ κλπ. Έτσι σκέφτηκα να απαντήσω με ένα παρόμοιο αντεξελικτικό επιχείρημα-ερώτημα: “Αφού ο ΣυΡιζΑ έγινε ΠαΣοΚ, τότε γιατί συνεχίζει να υπάρχει ΠαΣοΚ;”

Αστειότητες.

Ας το δούμε λοιπόν εξελικτικά, πηγαίνοντας λίγο πίσω χρονικά˙ βουλευτές οι οποίοι συνυπήρχαν τη δεκαετία του 60 στην Ένωση Κέντρου βρεθηκαν σε άλλες παρατάξεις μετά την χούντα. Το ΠαΣοΚ προέκυψε από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος αυτού, που μετά τη χούντα εμφανίστηκε ως Ένωσις Κέντρου – Νέες Δυνάμεις για να διασπαστεί το ᾽78 μπολιάζοντας με στελέχη και τη Νέα Δημοκρατία. Η τελευταία είχε ιδρυθεί από τον αρχηγό της Ε.Ρ.Ε. και στελέχη της δεξιάς, όμως στις εσωκομματικές του ᾽84 ο δεξιός Αβέρωφ έχασε από πρώην στέλεχος της Ένωσης Κέντρου. Έτσι φτάσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ᾽80 να διεκδικούν την πρωθυπουργία ως αρχηγοί των δύο τότε μεγάλων κομμάτων δύο άνθρωποι (Κων/νος Μητσοτάκης και Ανδρέας Παπανδρέου) που είχαν διατελέσει βουλευτές του ίδιου κόμματος παλιότερα. Ως φυσικό φαινόμενο, αποκαλείται όσμωση.

Το ΠαΣοΚ από την ίδρυσή του το ᾽74 έως σήμερα ήταν μεν εδώ ενωμένο δυνατό, αλλά διαφορετικό στη δεκαετία του ᾽70, άλλο στην πρώτη τετραετία του ᾽80, άλλο στη δεύτερη, διαφορετικό το ᾽93-᾽96 και, τέλος, άλλο ως εκσυγχρονιστικό Σημιτικό και έτερο ως Βενιζελικό. Κοινώς εξελισσόμενο μεταλλάχθηκε. Άλλοι θα πουν προς το καλύτερο, άλλοι προς το χειρότερο.

Έτσι, όσοι μιλάνε για ΠαΣοΚοποίηση, έχουν στο μυαλό τους κάτι συγκεκριμένο από όλα τα παραπάνω. Άλλο εννοούν και για άλλο μέμφονται το ΣυΡιΖα οι εξ αριστερών του μιλώντας για ΠαΣοΚοποίηση και άλλο οι εκ δεξιών. Επίσης, από διαφορετική οπτική κρίνουν οι εξ αριστερών – προτάσσουν πρωτίστως το ιδεολογικό – και από άλλη οι εκ δεξιών. Οι δεύτεροι ενδιαφέρονται μόνο για τη φθορά του αντίπαλου πόλου – όποιος κι αν είναι αυτός – με οποιονδήποτε τρόπο ώστε να παραμείνουν αρκετά στην εξουσία προκειμένου να εξοφλήσουν τα γραμμάτια που έχουν υπογράψει˙ δεν συνασπίζονται ποτέ παρά μόνο υπογράφοντας γραμμάτια, η σχέση των δεξιών με τον Καπιταλισμό είναι δομική.

Αυτή τη στιγμή στον χώρο της αριστεράς γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα μαζικό, αριστερό, δημοκρατικό, προοδευτικό, ριζοσπαστικό, δικαιωματικό κόμμα και σε αυτήν την προσπάθεια δεν περισσεύει κανείς.

Κανείς προοδευτικός πολίτης δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια στο οπισθοδρομικό πογκρόμ της νέας δεξιάς (ή μήπως παλαιοτάτης;) που μας κυβερνά.

Κανείς δημοκρατικός πολίτης δεν μπορεί να ανεχθεί τη μονομέρεια που έχει επιβληθεί στην ενημέρωση.

Κανείς προοδευτικός πολίτης δεν μπορεί να ξεχάσει την πατριδοκαπηλία πάνω στη Συνθήκη των Πρεσπών.

Κανείς προοδευτικός, δημοκρατικός πολίτης δεν μπορεί να ξεχάσει τη χλεύη και την άρνηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι σε πολλούς από εμάς, μέσω της ρητορικής “των περιστασιακών ενοίκων της εξουσίας” όπως το εξέφρασε ο Σημίτης, ως να υπάρχουν οι νόμιμοι νομείς, και δεν είμαστε όλοι εν δυνάμει.

Πρέπει να απαντήσουμε με μια νέα Αριστερά, μακριά από αγκυλώσεις και εσωστρέφειες του παρελθόντος. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα, ιδίως από τους προοδευτικούς συμπολίτες μας που έρχονται, τη στιγμή της ήττας μας, να τείνουν χείρα βοηθείας.

Καταλήγοντας, η εξελικτική πορεία των κομμάτων Ένωσις Κέντρου, Ε.Ρ.Ε. κ.λ.π., τα οποία ανέφερα πιο πάνω, και των γεννημάτων τους γίνεται πιο εύκολα κατανοητή λόγω του ρήγματος της χούντας. Στα του παρόντος, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το ρήγμα της κρίσης το οποίο προκλήθηκε από τη χρεοκοπία του Ελληνικού Κράτους και τις ρηξικέλευθες αλλαγές που αυτή προκάλεσε στη ζωή και στον τρόπο σκέψης πολλών από εμάς.

Τέλος, ας θυμηθούμε τον πρώτο φιλόσοφο που εκφράζεται εξελικτικά, τον Ηράκλειτο, και τη φράση του “τὰ πάντα ῥεῖ”. Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι δύο φορές, καθώς ούτε το ποτάμι είναι το ίδιο πια, ούτε εσύ… και θα πρόσθετα ιδίως μετά από καταιγίδα, όταν το ποτάμι έχει κατεβασιές!

Υ.Γ. Αυτά για την κριτική μέσω στερεοτύπων και ταμπελών. Κριτική περί πολιτικής και με πολιτικά επιχειρήματα φυσικά είναι ευπρόσδεκτη από όπου κι αν προέρχεται.

Δημοσιεύτηκε στο atpreveza

Τέσσερις εναντίον ενός στο μοναδικό και «βαρετό» ντιμπέιτ

Του Κλέαρχου Τσαουσίδη

Έτσι λοιπόν, το νταηλίδικο «πάμε σε εθνικές εκλογές και να κάνουμε όσα ντιμπέιτ θέλετε» του ατρόμητου κ. Μητσοτάκη κατέληξε σε μια κοινή εμφάνιση των πολιτικών αρχηγών με παράλληλους μονόλογους, χωρίς φυσικά να υπάρξει διάλογος (αυτό σημαίνει debate, αλλά προτιμούν τον αγγλικό όρο, ίσως διότι συμμετέχουν σ’ αυτό απόφοιτοι του Harvard!).

Φυσικά, η αποφυγή διαλόγου από τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι απολύτως επιβεβλημένη για τη διάσωση του όποιου κύρους διαθέτει, ώστε να μη διαπράξει ακόμη ένα ή περισσότερα από τα τραγικά που μας χάρισε τα τρία τελευταία χρόνια. Ο πολυπτυχιούχος του Harvard δεν γνωρίζει τι είπε ο Ρουσό και τι ο Μοντεσκιέ, ποια είναι η διαφορά μεταξύ επταήμερης εργασίας και επταήμερης λειτουργίας, ποιες διεθνείς συνθήκες μπορεί να καταργούνται από μια κυβέρνηση και με τι συνέπειες και πάει λέγοντας.

Ως εκ τούτου, ο Αλέξης Τσίπρας θα παραστεί σε μια σύναξη όπου όλοι οι άλλοι καλεσμένοι θα τον πυροβολούν με ανόητες ή στρεβλωμένες θέσεις. Ποιοι; Ο κληρονόμος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η κληρονόμος του Γιώργου Γεννηματά, ο διαχειριστής του μεταλλαγμένου ΚΚΕ και ο εσχάτως μακεδονοφάγος (πρώην πιτσοφάγος) Βασίλης Λεβέντης.

Το σκηνικό γνωστό και από το παρελθόν: κάθε δημοσιογράφος, εκπρόσωπος καναλιού (!), θα ρωτά έναν πολιτικό αρχηγό με κυκλική διαδικασία ώστε όλοι να ρωτήσουν όλους. Δηλαδή, ο κ. Τσίπρας θα δεχτεί ερωτήσεις από εκπρόσωπους των καναλιών του κ. Βαρδινογιάννη (Star και Alpha), του κ. Αλαφούζου (ΣΚΑΪ), του κ. Σαββίδη (Open), του κ. Κυριακού (AΝΤ1) και της ΕΡΤ. Ελπίζω να μην μπει από το παράθυρο και επίσημος εκπρόσωπος του κ. Μαρινάκη. ο σταθμός του οποίου δεν έχει λάβει ακόμη άδεια από το ΕΣΡ. Έτσι ή αλλιώς, ο κ. Τσίπρας θα πρέπει στον περιορισμένο χρόνο του ή να διαψεύδει τους τέσσερις τερατολόγους ή να απαντά στον δημοσιογράφο.

Η πρώτη βολή ήρθε από τον προφανώς κρυφοσυριζαίο (συγνώμη) Νίκο Χατζηνικολάου που δήλωσε για το… event: «Προσωπικά αποφάσισα να μη μετάσχω στη συγκεκριμένη διαδικασία, θεωρώ ότι είναι βαρετή και δεν οδηγεί πουθενά, καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα να επανέλθει ο δημοσιογράφος με διευκρινιστικές ερωτήσεις, να πιέσει για να πάρει την είδηση».

Ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης από εξωδημοσιογραφικά συμφέροντα δεν είναι κάτι νέο. Στις μέρες μας τείνει να προσλάβει χαρακτηριστικά που καταγράφηκαν την περίοδο της παντοδυναμίας των ομίλων του μακαρίτη Μάξγουελ και του Μέρντοχ στη Μεγάλη Βρετανία ή των μεγαλοτραπεζιτών στη Γαλλία. Τα αποτελέσματα τα λούζονται οι δυο λαοί των άλλοτε υπερδυνάμεων που τρέχουν πίσω από κάθε απίθανο πολιτικό θερμοκηπίου ο οποίος όταν εκπέσει συνήθως γίνεται τακτικός πελάτης των εισαγγελέων.

Η αδυναμία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει το τοπίο στην ενημέρωση, αδυναμία απόλυτα δικαιολογημένη σε ένα κράτος Δικαίου όπου η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, πλην ενίοτε γέρνει, οδηγεί σε ένα μέλλον ζοφερό, διότι οτιδήποτε θετικό έχει πράξει αυτή η κυβέρνηση (ή η όποια επόμενη) θα γίνεται γνωστό μόνον εφόσον συμφωνούν τα σημερινά αφεντικά της «ενημέρωσης». Οι συγκρίσεις με το παρελθόν είναι συντριπτικές.

Τι περιμένουμε λοιπόν από το τάχαμου ντιμπέιτ της 1ης Ιουλίου;

Δεν μπορώ να ξέρω τι σχεδιάζουν οι καθοδηγητές του παλιού πολιτικού συστήματος. Μπορεί ώς τότε να δούμε και άλλα κείμενα σαν αυτό του Σημίτη για θερμό επεισόδιο με την Τουρκία, αναλύσεις γιατί δεν έπρεπε να συγκαλέσει ο κ. Τσίπρας το ΚΥΣΕΑ όταν ακόμη κι ο Βέμπερ ζητάει κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας. Φυσικά, ούτε κουβέντα για τις επιτυχίες της κυβέρνησης να πάρει θέση η Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία, να αναγκάσει την Αλβανία να ξαναδεί την πρακτική της απέναντι στην ελληνική μειονότητα. Και ποιος άκουσε την απίστευτη κωλοτούμπα της Νέας Δημοκρατίας στο θέμα της Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία συμφωνία, αν κυβερνήσει, όχι μόνο δεν θα αλλάξει, αλλά ούτε βέτο για την ενταξιακή διαδικασία της Βόρειας Μακεδονίας δεν θα θέσει;

Πόσο πιο πολύ ψεύτης μπορεί να γίνει ένας Μητσοτάκης;

Ανάπτυξη και κοινωνία

Του Διονύση Θωμά*

Η πρόταση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφορά αποκλειστικά τη βελτίωση ή ανάπτυξη κάποιων δεικτών (π.χ ΑΕΠ, δημοσιονομικά, ανεργία κ.λπ.). Οφείλει να λαμβάνει υπόψη της και να αντιμετωπίζει σειρά κοινωνικών προβλημάτων που έχουν να κάνουν με τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων και των δυνάμεων της εργασίας. Η πρόταση -με δυο λόγια- θα πρέπει να συμβάλλει στη κοινωνικοποίηση της ανάπτυξης. Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης έχει δύο πλευρές.

Πρώτη προϋπόθεση είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι η αναπτυξιακή διαδικασία δεν έχει μια αποκλειστικά και «στενά» οικονομική -τεχνοκρατική- πλευρά. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει μια τεχνοκρατική υπόθεση κάποιων «σοφών», οι οποίοι, κλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους, θα σώσουν τη κοινωνία. Βασική στόχευση είναι η ολόπλευρη και με κάθε διαθέσιμο τρόπο συμμετοχή της κοινωνίας στη διαμόρφωση της αναπτυξιακής στρατηγικής και κατ’ επέκταση του μοντέλου παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Επομένως, η αναπτυξιακή στρατηγική πρέπει να διαμορφώνεται και σε δεύτερο στάδιο -να υλοποιείται σε συνεργασία με τους κοινωνικούς- παραγωγικούς φορείς σε μια «φυγή μπροστά», αφήνοντας πίσω τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Αντιμετωπίζοντας και ξεπερνώντας δομικές στρεβλώσεις, αλλά και λογικές του παρελθόντος που οδήγησαν στη κρίση, μαζί με τους εξωγενείς παράγοντες. Με αυτή την έννοια, δεν μπορεί να είναι ένα άθροισμα «συνδικαλιστικού τύπου» αιτημάτων των κοινωνικών φορέων, αλλά ένα συνεκτικό και υλοποιήσιμο πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Το σχέδιο που θα προταθεί πρέπει να αντιστοιχηθεί συνολικά στις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά και τις δυνατότητες της νέας φάσης μετά την έξοδο από τα μνημόνια τον Αύγουστο. Επιδίωξη θα είναι μια μεταβολή μεγάλου βάθους και διάρκειας στο οικονομικό αλλά και το κοινωνικό επίπεδο. Η αειφόρος ανάπτυξη θα καταστεί βιώσιμη εάν και εφόσον ξεφύγει από έναν στενά οικονομικού χαρακτήρα προσανατολισμό (αύξηση ΑΕΠ, βελτίωση οικονομικών δεικτών κ.λπ.) και αποκτήσει κοινωνικά χαρακτηριστικά με «αριστερό αποτύπωμα».

Παράλληλα, χωρίς να «αυτοπεριοριζόμαστε», η στρατηγική και το σχέδιο που θα προκύψουν οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις διεθνείς επιλογές της χώρας, π.χ. τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και άλλους διεθνείς οργανισμούς, την παραμονή μας στην Ευρωζώνη αλλά και τις γεωπολιτικές συνθήκες της περιοχής.

Στο σημείο αυτό ορισμένες εκτιμήσεις από τη μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία των αναπτυξιακών συνεδρίων, τα οποία διεξάγονται με τη συνεργασία κυβέρνησης και Περιφερειών.

Βασικό χαρακτηριστικό είναι η επαφή κυβερνητικών κλιμακίων κατά Περιφερειακή Ενότητα που προηγούνται του συνεδρίου. Αποδείχθηκε μια πρωτόγνωρη, ενδιαφέρουσα και αποτελεσματική διαδικασία, η οποία έγινε αποδεκτή με θετικά σχόλια από τους κοινωνικούς-παραγωγικούς φορείς που συμμετείχαν. Στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, π.χ., μόνο τα κυβερνητικά κλιμάκια συναντήθηκαν και αντάλλαξαν σκέψεις και προτάσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση με πάνω από 250 φορείς. Οι φορείς σχολίασαν θετικά το γεγονός ότι για πρώτη φορά μια κυβέρνηση έρχεται σε επαφή μαζί τους, ζητάει τη γνώμη τους, προσβλέπει στην ενεργό συμμετοχή τους, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούν ή όχι με τις κυβερνητικές πολιτικές. Ταυτόχρονα, αναδείχθηκε και η αδυναμία των φορέων -ανεξάρτητα από τον πολιτικό προσανατολισμό τους- να στοχεύσουν στο παρόν και ιδιαίτερα στο μέλλον με όρους σχεδίου και οράματος. Ίσως οι διαδικασίες των αναπτυξιακών συνεδρίων και η συμμετοχή των φορέων σε αυτές να αποτελέσουν τη βάση για πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις στο μέλλον.

Ένα δεύτερο σημείο το οποίο οι διοργανωτές -κυβέρνηση και Περιφέρειες- οφείλουν να προσέξουν στα εναπομείναντα συνέδρια, αλλά και σε παρόμοιες διαδικασίες στο μέλλον, είναι η λειτουργία των θεματικών τραπεζιών. Παρατηρήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις η παρουσία πολυάριθμων αντιπροσωπειών υπουργείων και Περιφέρειας με αποτέλεσμα, αφενός τη μεγάλη και αναποτελεσματική διάρκεια του τραπεζιού και αφετέρου τον δραστικό περιορισμό του χρόνου που απέμενε για τους φορείς. Έτσι, η τελική εντύπωση που «μένει» είναι ότι κυβέρνηση (κυρίως) και Περιφέρεια ήρθαν να πούνε τα δικά τους και όχι να ακούσουν, ανατρέποντας εν μέρει τις αρχικές θετικές εντυπώσεις.

Η τελική αξιολόγηση των αναπτυξιακών συνεδρίων θα γίνει στο επόμενο διάστημα και μέχρι τις εκλογές. Η κρίση θα αφορά τον βαθμό υλοποίησης των εξαγγελθέντων από τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς.

Η δεύτερη προϋπόθεση της κοινωνικοποίησης της ανάπτυξης θα κριθεί στο επίπεδο της διανομής των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης. Ποιος και ποιοι θα ωφεληθούν από αυτή. Χωρίς αυταπάτες ότι σήμερα μπορούμε να πετύχουμε στον απόλυτο βαθμό αυτό που θα θέλαμε, μπορούμε όμως να διαμορφώσουμε τις συνθήκες εκείνες ώστε να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Με αυτό τον τρόπο, και δημιουργώντας τις απαραίτητες κοινωνικές συμμαχίες, θα προχωράμε στο επόμενο βήμα.

Τέλος, η ανάπτυξη που θα προκύψει μέσα από την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας πρέπει να στοχεύει και να είναι ισόρροπη οικονομικά και κοινωνικά.

Όλες οι Περιφέρειες της χώρας χαρακτηρίζονται από πολυμορφία – γεωγραφική, δημογραφική, χωροταξική, παραγωγική. Κάθε προσπάθεια διατύπωσης ενός αναπτυξιακού σχεδίου πρέπει να λάβει υπόψη αυτή την πολυμορφία. Ειδικότερα το δημογραφικό είναι ένα πρόβλημα η αντιμετώπιση του οποίου θα πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της αναπτυξιακής πολιτικής.

Στο παρελθόν -και λόγω της έλλειψης σχεδίου- οι αναπτυξιακές προσεγγίσεις, αντί να αξιοποιούν την πολλαπλότητα και την πολυμορφία στην κατεύθυνση της εξάλειψης ή μείωσης των ανισορροπιών, διαμόρφωσαν μια αντίληψη ανταγωνιστικότητας, η οποία διεύρυνε τις αποστάσεις τόσο μεταξύ Περιφερειών όσο και ενδοπεριφερειακά. Η ισορροπία που πρέπει να επιδιώκουμε οφείλει να έχει όχι μόνο γεωγραφικά χαρακτηριστικά αλλά και κλαδικά. Να μην εστιάζουμε σε μεμονωμένες παραγωγικές μονάδες ή κλάδους, αλλά να δούμε ολοκληρωμένα τις αλυσίδες αξίας. Τα παραγωγικά συμπλέγματα. Τα clusters καινοτομίας. Τα δίκτυα συνεργασίας. Την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία. Να αξιοποιούμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε Περιφέρειας.

Για να καταλήξουμε σε ένα σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη της οικονομίας που θα είναι αποτελεσματικό και κοινωνικά δίκαιο.

* Ο Διονύσης Θωμάς είναι οικονομολόγος, μέλος Γραμματείας Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ

Δυο διαφορετικές Ελλάδες

Προχθές το Καλλιμάρμαρο υποδέχτηκε μία από τις σημαντικότερες συναυλίες των τελευταίων χρόνων.

Τη συναυλία για τον μεγάλο συνθέτη, με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη και τη μουσική του.

Χθες πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα η συγκέντρωση των «#Παραιτηθείτε». Η σημερινή Ελλάδα σε δύο εικόνες μέσα σε δύο ημέρες.

Το Καλλιμάρμαρο πλημμύρισαν χιλιάδες κόσμου για να ζήσουν μια μουσική πανδαισία δεμένη με την ιστορία αγώνων και ελπίδων, με τον πολιτισμό της σύγχρονης Ελλάδας.

Ηταν εκεί όλες οι γενιές. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αυτής της χώρας. Δεν ήταν παράξενο.

Ο Μίκης ως σύμβολο και η μουσική του ως πολιτισμός αγκαλιάζουν και τις τρεις αυτές κατηγορίες.

Αυτή είναι η Ελλάδα της δημιουργίας και του μέλλοντος.

Η συγκέντρωση των «#Παραιτηθείτε» ήταν ένα καταθλιπτικό θέαμα από όλες τις απόψεις.

Οχι μόνο γιατί δεν είχε καμία μαζικότητα -αυτό θα ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να επισημάνει κανείς-, αλλά και γιατί το επίπεδο των συνθημάτων συνιστούσε προσβολή για τον κριτικό πολιτικό ακόμη και αντιπολιτευτικό λόγο που έχει ανάγκη η χώρα.

Η χυδαιότητα των συνθημάτων που ακούστηκαν σε βάρος του πρωθυπουργού και μελών της κυβέρνησης αν μη τι άλλο παρέπεμπαν σε εκχυδαϊσμό της πολιτικής διαμαρτυρίας.

Αυτή ήταν η Ελλάδα της κατάπτωσης που πρέπει να απορρίψουν οι πάντες.

Είναι αλήθεια ότι η μνημονιακή κυβερνητική πολιτική -είτε εφαρμόζεται από τη σημερινή κυβέρνηση είτε από οποιαδήποτε άλλη- δεν έχει υποστηρικτές στη χώρα.

Εχει ανθρώπους που την ανέχονται, σφίγγοντας τα δόντια. Είναι επίσης αλήθεια πως δεν υπάρχει Ελληνας που να μη θέλει να τελειώσει αυτό το μαρτύριο.

Και είναι δυο φορές αλήθεια πως η διαμαρτυρία σε όλες τις εκφάνσεις της προκύπτει από την πραγματικότητα.

Το ζήτημα είναι «πώς αυτή γίνεται;». Αν γίνεται με όρους χαμαιτυπείου, το επόμενο βήμα είναι ο εκφασισμός της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Η μουσική του Μίκη δεν ήταν ποτέ καθεστωτική. Είναι το ανελέητο μαστίγωμα κάθε εξουσίας, με όπλο το υψηλό επίπεδο πολιτισμού, τα ανυπέρβλητα ιδανικά, τις αιώνιες αξίες και τα ευγενή κίνητρα.

Η διαμαρτυρία σε αυτό το επίπεδο απαιτεί ελεύθερο πνεύμα και δημοκρατικό ήθος. Συνιστά επομένως ελπίδα και προοπτική.

Δ. Τζανακόπουλος: Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για να διαμορφωθούν οι όροι για μια συμφωνία

 Σφοδρή επίθεση στη ΝΔ για τη στάση της στη διαπραγμάτευση εξαπέλυσε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος στο debate με τον εκπρόσωπο Τύπου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Βασίλη Κικίλια, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ANT1.
“Η καταστροφολογία σας, ευτυχώς για τη χώρα και δυστυχώς για εσάς, δεν πρόκειται να σας βγει ούτε αυτή τη φορά”, τόνισε ο υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος, για να υπογραμμίσει ότι “πάρα πολύ σύντομα θα υπάρξει η τελική συμφωνία σε ό,τι αφορά στα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τον προσδιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων και την ίδια στιγμή θα έχουμε τη δυνατότητα να έχουμε έναν καθαρό διάδρομο ώστε να εντάξουμε τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ”.
 Ο κ. Τζανακόπουλος είπε ότι η δημοσιονομική επίπτωση των μέτρων που θα συμφωνηθούν για το 2019 θα είναι μηδενική, καθώς 2% θα είναι επιβαρύνεις και θα υπάρξει ένα 2% ελαφρύνσεων, μέσω μείωσης φόρων, αύξησης κοινωνικών δαπανών, στήριξης κατώτερων στρωμάτων. “Αυτή είναι η λογική της συμφωνίας και όσο δύσπιστος κι αν είναι ο κ. Κικίλιας και η ΝΔ, όταν έρθει στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο θα έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε ποιος λέει αλήθειες και ποιος ψέματα”.
“Θα κλείσει η αξιολόγηση, μην ανησυχείτε κ. Κικίλια, τα ίδια λέγατε και στην πρώτη. Κατά τον ίδιο τρόπο που καταστροφολογούσατε για την πρώτη, τελικά έκλεισε και στη συνέχεια σιωπήσατε για αρκετό καιρό”, είπε ο κ. Τζανακόπουλος και κατηγόρησε τη ΝΔ ότι σε κάθε δευτερόλεπτο αυτής της μάχης πήρατε τη θέση του ΔΝΤ, δεν στηρίξατε μια τεράστια προσπάθεια που γίνεται”. Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος επέμεινε, αλλά δεν έλαβε απάντηση, στο ερώτημα του προς τον κ. Κικίλια: “Ποιος έχει την ευθύνη κ. Κικίλια για το γεγονός ότι δεν έκλεισε η αξιολόγηση, την έχει η ελληνική κυβέρνηση ή το ΔΝΤ;”.Είπε ότι γνωρίζει πολύ καλά και η ΝΔ ότι η καθυστέρηση στην αξιολόγηση ότι έχει να κάνει με τις διαφορετικές αντιλήψεις που υπάρχουν σε Γερμανία και ΔΝΤ σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του ελληνικού χρέους και δευτερευόντως, μέχρι και τις 20 Φεβρουαρίου, ήταν και οι απαιτήσεις του για 4,5 δισ πρόσθετα μέτρα, “απαιτήσεις που υποστηρίξατε με όλη την ψυχή σας”.
Τόνισε ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να εφαρμόσει με τους καλύτερους δυνατούς όρους για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 2015 και πως στα εργασιακά δίνει μια πάρα πολύ μεγάλη μάχη για την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, “μια μάχη που η ΝΔ δεν θέλει να δώσει γιατί ιδεολογικά βρίσκεται απέναντι στη λογική της προστασίας των εργαζομένων, ενώ πρεσβεύει την ανάγκη για απόλυτη ισοπέδωση της αγοράς εργασίας, για να αυξηθούν οι επενδύσεις στη χώρα”. Σημείωσε ότι εκεί βρίσκεται μια πολιτική και ιδεολογική ταύτιση της ΝΔ με το ΔΝΤ και σχολίασε: “δεν καταλαβαίνει γιατί ενώ την ομολογεί εμπράκτως, δεν την ομολογεί ρητώς”. Τόνισε επίσης ότι εδώ τίθεται μια μεγάλη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της κυβέρνησης και της ΝΔ, που αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης και ο οποίος πρέπει να ομολογείται.
 Κατηγόρησε τη ΝΔ ότι ποτέ δεν τοποθετήθηκε σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του ΔΝΤ για τα 4,5 δισ. επιπρόσθετα μέτρα “και τα οποία ακριβώς λόγω της διαπραγμάτευσής μας καταφέραμε να τα αποφύγουμε μέσω μιας συμφωνίας που θα έχει μηδενικό αντίκτυπο για το 2019”.
 Σημείωσε πως η ΝΔ βρίσκεται σε δύσκολη θέση γιατί είχε ποντάρει στην καταστροφή και αυτό της δημιουργεί στρατηγικό αδιέξοδο, “γιατί για άλλη μια φορά δεν μπορεί να διαχειριστεί το γεγονός ότι η β’ αξιολόγηση θα κλείσει και μάλιστα χωρίς την εκ νέου μετάθεση του προβλήματος στο μέλλον”. “Αντιθέτως”, είπε, “θα έχουμε μια συνολική συμφωνία που θα αφορά και στο SLA και τα μέτρα και αντίμετρα για το 2019 και μια λύση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τον προσδιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων.
 Ο κ. Τζανακόπουλος υπογράμμισε ότι “το 4ο μνημόνιο είναι ο σχεδιασμός και ο ευσεβής πόθος της ΝΔ, γιατί είναι δικοί σας βουλευτές, ο αντιπρόεδρος του δικού σας κόμματος που είπε ότι ‘τόσο κι άλλα τόσα θα δίναμε για να κλείσει η αξιολόγηση'”.
Με αφορμή και τα χτεσινά tweet του, τα οποία επανέφερε ως φωτοτυπίες στο debate με τα οποία επιχείρησε να εμφανίσει ως αντικρουόμενες δηλώσεις του πρωθυπουργού και του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο κ. Τζανακόπουλος κατηγόρησε τον κ. Κικίλια για προσπάθεια επικοινωνιακής παραχάραξης της πραγματικότητας και διαστρέβλωσης των λεγομένων του ίδιου αλλά και του πρωθυπουργού στην προσπάθεια του να αλλάξει την πραγματικότητα, “γιατί δεν τους βγαίνει το αφήγημα”.
Σε πολύ έντονο ύφους και υψηλούς τόνους απάντησε σε κατηγορία του κ. Κικίλια ότι την κυβέρνηση την ενδιαφέρει η καρέκλα της και η μεγάλη ζωή: “Επειδή το ‘χετε παρακάνει, επειδή μιλάτε εσείς για ‘μεγάλη ζωή’, μαθήματα ηθικής απ’ τους ανθρώπους που είναι μέχρι το λαιμό σε σκάνδαλα απ’ το ΚΕΕΛΠΝΟ μέχρι τη Novartis και τα θαλασσοδάνεια, όλα όσα έχουν γίνει επί 40 χρόνια και τα οποία ο ελληνικός λαός γνωρίζει πάρα πολύ καλά, δεν θα κατηγορήσετε εσείς εμάς για ‘μεγάλη ζωή'”. Απαντώντας σε κατηγορίες του εκπροσώπου της ΝΔ ότι η κυβέρνηση με τη διαπραγμάτευσή της το 2015 ευθύνεται για καταστροφή της οικονομίας, ο κ. Τζανακόπουλος σχολίασε ότι αυτό που δεν θα ξεχάσει η ελληνική κοινωνία είναι το γεγονός ότι επί 5 χρόνια, επί διακυβέρνησης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, Σαμαράς και Βενιζέλος σχεδίασαν και υλοποιούσαν το PSI, είχαμε μια σωρευτική ύφεση, εκτίναξη της ανεργίας, έκρηξη της μερικής απασχόλησης, “επομένως ο τελευταίος που δικαιούται να μιλά για την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας είναι η ΝΔ”.
 Σχετικά με τα μέτρα-αντίμετρα, ο κ. Τζανακόπουλος εξήγησε αναλυτικά: “Προϋπόθεση για την εφαρμογή των μέτρων είναι πιάσουμε 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα το 2018. Γιατί στη συνέχεια θα έχουμε ένα δημοσιονομικό μείγμα που δεν θα έχει καμιά δημοσιονομική επιβάρυνση. Το 3,5% του 2018 θα μεταφερθεί ως 3,5% για το 2019 εφόσον και ο προσδιορισμός των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα θα είναι αυτός και αυτό σημαίνει ότι δεν τίθενται υπό αίρεση τα αντίμετρα”. Σημείωσε ότι “αντιθέτως η μοναδική προϋπόθεση είναι να πιάνουμε τους στόχους του προγράμματος, που είναι ούτως ή άλλως προϋπόθεση για την εφαρμογή οποιουδήποτε προγράμματος όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά οπουδήποτε στην Ευρώπη”.

Γράμμα στους πρώην και σε όλους

ddd014df9f8e5f610924c206c9a5e11f1470468417

Της Αφροδίτης Μάνου

* Σημείωμα – ανάρτηση της Αφροδίτης Μάνου στην προσωπική της σελίδα στο Facebook

Αυτή η χώρα θα γίνει χώρα και δεν θα γίνει από σάς, λυπάμαι.
Εσείς είχατε 42 χρόνια να το κάνετε και αντ’ αυτού,
την διαλύσατε εις τα εξ ων συνετέθη.
Άλλοι θα την φτιάξουν.
Σαν αντιπολίτευση δεν έλεγαν και πολλά.
Σαν κυβέρνηση είναι καλύτεροι από σάς.
Με λάθη-όχι εγκλήματα
Με καθυστερήσεις-όχι πάντως 42 χρόνια
Με ερασιτεχνισμούς- όχι επαγγελματίες αετονύχηδες
Με γκάφες-όχι ακόμα ανεπανόρθωτες
Και δυστυχώς, και με λαϊκισμούς-όχι όμως “αριστοκρατικές”
απάτες, τύπου Λιάπη, Βερελή, Τσοχατζόπουλου κ.ά.
Κι αν ακόμα δεν πάμε πουθενά και γυρνάμε στον ίδιο κύκλο
δαγκώνοντας την ουρά μας, εσείς τον δημιουργήσατε τον κύκλο
αυτόν και άλλοι θα βρουν τη λύση.
Αυτούς τους άλλους εγώ τους στηρίζω.
Κριτικά και εναγωνίως.
Με ευρωπαικό προσανατολισμό.
Η Ελλάδα σέρνεται και μπουσουλάει εξαιτίας των δικών σας
“αριστοτεχνικών” χειρισμών και όχι εξαιτίας των δικών τους
“αριστερών” (μέ, ή χωρίς εισαγωγικά, το ίδιο μου κάνει).
Και όχι, δεν ανήκω στο 3% του συριζα.
Είμαι σ’ αυτό το 30% που τώρα πια σας κάνει όλους να καρδιοχτυπάτε.
Με τους απρόβλεπτους αναποφάσιστους, που μόλις αποφασίσουν,
βγάζουν (και θα βγάζουν) κυβέρνηση.
Ο συριζα έχει πολλά να ξεκαθαρίσει-όντως-και πολλά ν’ αλλάξει.
(Όπως όλοι μας)
Έχει πολύ σκληρές αποφάσεις να πάρει.
Κάτι μου λέει ότι θα το κάνει.
Αν δεν το κάνει, κακό της κεφαλής του και κρίμα.
Αλλά εσείς δεν ξαναβγαίνετε, σφετεριστές χρημάτων τε
και οραμάτων. (ολυμπιακών τε και παναθηναϊκών).
Γιατί δεν αρκεί ν’ αλλάξεις αρχηγό.
Μυαλά πρέπει ν’ αλλάξεις.
✿☞❀
Τώρα που το σκέφτομαι, η αλλαγή αυτή ρόλων
(κυβέρνησης-αντιπολίτευσης) σάς ταιριάζει-αλλήλων-
πολύ καλύτερα.
Άσε που μας ξανάβαλε όλους στο παιχνίδι …
Μάθετε λοιπόν οι μεν να κυβερνάτε, οι δε να
αντιπολιτεύεστε κι εμείς να είμαστε υπεύθυνοι
και συνειδητοί πολίτες. (Που λέει ο λόγος …)
✿☞❀ ✿☞❀
Καλούς Ολυμπιακούς Αγώνες με την τύψη της Συρίας
στην καρδιά και “του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι …”
Νέο Ψυχικό, Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Σκέψεις για τις θέσεις: Να συζητήσουμε ανοιχτά – Να θωρακιστούμε για το μέλλον

δραγασακης

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗ, αντιπρόεδρου της κυβέρνησης

 

1. Ένα καθοριστικό συνέδριο

 

Το 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει και μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για την ελληνική πολιτική και είναι σημαντική ευκαιρία για να σκεφτούμε πώς να οργανώσουμε το νέο πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς στις νέες συνθήκες. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως το πρώτο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μιας χώρας στην Ευρώπη της κρίσης, έχει πλέον αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για πολιτικές δυνάμεις και κινήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην ουσία, το εγχείρημα μιας κυβερνώσας ριζοσπαστικής Αριστεράς συνιστά από μόνο του αφετηρία για τη συγκρότηση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ο προβληματισμός που θα κατατεθεί στο Συνέδριο, ο αναστοχασμός για την έως τώρα πορεία και ο σχεδιασμός για το μέλλον θα είναι καθοριστικά για την εξέλιξη του εγχειρήματός μας και θα πρέπει να τύχουν ευρείας και ουσιαστικής συλλογικής επεξεργασίας.

 

2. Οι θέσεις μάς πηγαίνουν «ένα βήμα μπροστά»

 

Οι θέσεις για το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ που υπερψηφίστηκαν πρόσφατα στην Κεντρική Επιτροπή κινούνται σε θετική κατεύθυνση. Και τούτο γιατί, πρώτον, προβαίνουν σε καίριες επισημάνσεις, καταγράφουν λάθη και αδυναμίες, χωρίς να μηδενίζουν ή να εξωραΐζουν την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεύτερον, αναγνωρίζουν τις νέες μεγάλες προκλήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούμε και ιχνηλατούν τον δρόμο για ένα σύγχρονο, δημοκρατικό κόμμα της Αριστεράς του 21ου αιώνα.

Τέλος, σε θέματα ιδεολογικής ταυτότητας, στρατηγικού στόχου και πολιτικής συμμαχιών, οι θέσεις επιβεβαιώνουν τα ιδρυτικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς που συνιστά υπέρβαση τόσο της παραδοσιακής Σοσιαλδημοκρατίας όσο και της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς. Ενός κόμματος που δεν ενσωματώνεται στη Σοσιαλδημοκρατία, αλλά αναπτύσσει σχέσεις συνεργασίας με εκείνα τα τμήματά της που αποδεσμεύονται από κατεστημένα συμφέροντα και αντιπαλεύουν τις αξίες και τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται πια ως μια νέα πολιτική μορφή της Αριστεράς που δημιουργεί ένα νέο πολιτικό παράδειγμα.

 

3. Να απαντήσουμε, όμως, και στα δύσκολα ερωτήματα

 

Οι θέσεις ωστόσο, ιδίως στα θέματα του απολογισμού, χαρακτηρίζονται από κάποια πολιτική ατολμία. Διότι, ενώ αναγνωρίζουν λάθη και παραλείψεις, δεν αναζητούν τις βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν σε αυτά. Έτσι, δεν θωρακίζουν το κόμμα από την επανάληψη των ίδιων λαθών.

* Γιατί, για παράδειγμα, ενώ το διακηρύξαμε, δεν γίναμε ποτέ ένα ενιαίο κόμμα ισότιμων μελών; Και τι εγγυάται ότι θα γίνουμε στο μέλλον;

* Γιατί επιτράπηκε να λειτουργούν στο εσωτερικό του κόμματος διάφορες ομάδες, ως κόμματα εντός του κόμματος, με όρους και διαδικασίες πλήρους αδιαφάνειας και χωρίς λογοδοσία, αν και αυτό ρητά απαγορευόταν από το καταστατικό;

* Γιατί, ενώ είχε καταστεί σχεδόν βέβαιο ότι σύντομα θα αναλαμβάναμε κυβερνητικές ευθύνες, τα όργανα του κόμματος δεν ασχολήθηκαν με τρόπο συγκεκριμένο και συστηματικό με την προετοιμασία γι’ αυτό το ενδεχόμενο;

* Γιατί η προγραμματική προετοιμασία δεν έγινε ποτέ υπόθεση ολόκληρου του κόμματος, παρά μόνο ενός μικρού μέρους του και κάποιων τμημάτων και ομάδων της Κεντρικής Επιτροπής;

* Γιατί δεν υπήρξε επαρκής και οργανωμένη προετοιμασία στελεχών για κυβερνητικούς, πολιτικούς ή διοικητικούς ρόλους;

* Γιατί το κόμμα δεν ανέπτυξε ποτέ -όπως ορθά επισημαίνεται τώρα στις θέσεις- εσωτερικές εκπαιδευτικές, επιμορφωτικές και άλλες συναφείς λειτουργίες;

* Γιατί το κόμμα δεν μπόρεσε να διευρυνθεί και να αναβαθμιστεί, σε μερική έστω αντιστοιχία προς την εκλογική δυναμική του;

 

4. Να συζητήσουμε ανοιχτά – Να θωρακιστούμε για το μέλλον

 

Ορισμένοι ανάγουν τις αιτίες για τα παραπάνω και άλλα συναφή προβλήματα στις παθογένειες της παράδοσης της Αριστεράς, σε παράγοντες πολιτικής παιδείας και πολιτικού πολιτισμού. Άλλοι πάλι τα αποδίδουν στην ύπαρξη ανταγωνιστικών σχεδίων και απόψεων στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

Κάποιοι, τέλος, χρεώνουν πολλές από τις αδυναμίες αυτές σε έναν διάχυτο βολονταρισμό που, κατά την άποψή τους, χαρακτήριζε τη δράση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και άλλων αριστερών παραδειγμάτων, στη φάση της ανόδου τους.

Όντως, ενίοτε ετίθεντο στόχοι χωρίς να υπάρχει πλήρης συνείδηση των μέσων και των προϋποθέσεων που απαιτούνταν για την υλοποίησή τους. Όχι λίγες φορές βάλαμε «το κάρο μπροστά από το άλογο».

Όμως αυτή η αναντιστοιχία στόχων και μέσων αντανακλούσε ορισμένες φορές και μια σύγχυση ανάμεσα στον στρατηγικό στόχο -την αλλαγή, δηλαδή, του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος στην Ευρώπη, που αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο και συλλογικό εγχείρημα- και στην επιδίωξη της καλύτερης για τα λαϊκά και τα εθνικά συμφέροντα συμφωνίας στο πλαίσιο της υπαρκτής Ευρώπης, που αποτελούσε τον άμεσο στόχο και την άμεση δέσμευση απέναντι στον λαό. Οι δύο χρονικότητες και οι διαφορετικές προϋποθέσεις των δύο αυτών στόχων δεν ήταν πάντα ευδιάκριτες στον πολιτικό μας λόγο, ούτε ήταν ορθά ιεραρχημένες, ιδίως κατά το διάστημα της πρώτης περιόδου των διαπραγματεύσεων. Ακριβώς γι’ αυτό, η συμφωνία που τελικά πετύχαμε έγινε από ορισμένους αντιληπτή ως μια συντριπτική τελειωτική ήττα, αφού πράγματι δεν άλλαξε το κυρίαρχο υπόδειγμα. Εντούτοις, ήταν μια αναγκαστική αναδίπλωση και το καλύτερο που μπορέσαμε να πετύχουμε στο πλαίσιο των υφιστάμενων συσχετισμών.

Όπως όμως κι αν κρίνουμε τη μάχη που δώσαμε και την έκβασή της, ο πόλεμος συνεχίζεται. Τα προβλήματα επομένως του χθες αφορούν και το μέλλον.

Γι’ αυτό και πρέπει στην πορεία προς το Συνέδριο να τα συζητήσουμε ανοιχτά και με ειλικρίνεια, να συνομολογήσουμε κοινά αποδεκτές απαντήσεις και, όπου χρειάζεται, να συγκρουστούμε με λανθασμένες απόψεις και να κάνουμε σαφείς επιλογές. Μόνον έτσι θα θωρακιστούμε για το μέλλον.

 

5. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αλλαγή παραδείγματος

 

Οι ερμηνείες αυτές εξηγούν κάποιες από τις διαστάσεις του προβλήματος, δεν απαντούν όμως στον πυρήνα αυτού καθαυτού του προβλήματος. Και το πρόβλημα είναι ότι, ενώ αυτό που αποφάσισε και έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε μια τομή στην ίδια την ιστορία και την παράδοση της ελληνικής Αριστεράς, μια αλλαγή παραδείγματος, αυτή η αλλαγή δεν συνοδεύτηκε από εκείνη την εσωτερική επανάσταση που έπρεπε να γίνει στο επίπεδο των αντιλήψεων και των μεθόδων, στον βαθμό που αυτό εξαρτώνταν από μας.

Και όμως, αυτή η αλλαγή παραδείγματος έχει άμεσες και πρακτικές συνέπειες. Ιδού ορισμένα παραδείγματα-τομές:

* Ενάντια σε μια στρατηγική αναμονής έως ότου διαμορφωθούν οι συνθήκες που θα επέτρεπαν την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε την ενεργητική παρέμβασή του για την αλλαγή των συσχετισμών, τόσο συμμετέχοντας στις πλατείες όσο και διεκδικώντας ταυτόχρονα την κυβερνητική εξουσία.

* Απέναντι σε μια μακρά παράδοση που θέλει την Αριστερά και τον λαό έξω από και απέναντι στο κράτος, το νέο υπόδειγμα στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι κοινωνικές σχέσεις και συσχετισμοί είναι ήδη και εντός του κράτους. Άρα, το ίδιο το κράτος, οι λειτουργίες και οι πολιτικές του αποτελούν πεδία κοινωνικού και πολιτικού ανταγωνισμού.

* Έναντι μιας μακράς παράδοσης ανάθεσης της επίλυσης των προβλημάτων της κοινωνίας στο κράτος και τα κόμματα, το νέο υπόδειγμα προκρίνει την πρωτοβουλία, την αυτενέργεια, την ευρηματικότητα, την αυτοδιαχείριση, την αυτοσυντήρηση, την αλληλεγγύη, την πραγματική συντροφικότητα ως οργανικά στοιχεία της ύπαρξης και της δράσης της Αριστεράς.

Το κενό αυτό ανάμεσα στις εμπεδωμένες αντιλήψεις και στις απαιτήσεις του νέου υποδείγματος θα μπορούσε μερικώς να το καλύψει ένα ενιαίο κόμμα με δημοκρατική και συλλογική λειτουργία και ικανότητες επιτελικού σχεδιασμού και δράσης. Ακριβώς γι’ αυτό, τα ελλείμματα και οι ασυνέπειες στο πεδίο αυτό ήταν κρίσιμες.

 

6. Μεγάλες απαιτήσεις, ελλιπείς προϋποθέσεις

 

Τα ως άνω προβλήματα μπορούν, σε τελευταία ανάλυση, να αναχθούν σε εγγενείς δυσκολίες του ίδιου του εγχειρήματος, ενός εγχειρήματος που στόχο έχει να διανοίξει νέους δρόμους, να στηρίξει ή και να εφεύρει νέα υποδείγματα προχωρώντας μέσα από αχαρτογράφητες περιοχές. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, μπορούν να αποδοθούν στην αναντιστοιχία ανάμεσα στις απαιτήσεις που συνεπάγεται το εν λόγω εγχείρημα -απαιτήσεις θεωρητικές, πολιτικές, οργανωτικές-, από τη μια πλευρά, και στις ελλιπείς ή ανώριμες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος και την άσκηση αριστερής πολιτικής, από την άλλη.

Οι προϋποθέσεις αυτές είναι πολλές. Εδώ αναφέρομαι πρωτίστως στο επίπεδο των υφιστάμενων συσχετισμών. Αναφέρομαι όμως επίσης και σε προϋποθέσεις που αφορούν το επίπεδο οργάνωσης και πολιτικής ωριμότητας του ίδιου του πολιτικού φορέα του εγχειρήματος, του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Αναφέρομαι ακόμη στο επίπεδο ανάπτυξης και τη διαμορφωμένη συνείδηση των κοινωνικών υποκειμένων, των κοινωνικών κινημάτων, των συλλογικών μορφών έκφρασης της κοινωνίας, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους φυσικούς μας συμμάχους, και βέβαια στους συσχετισμούς δύναμης σε κρίσιμους τομείς όπως τα συνδικάτα, η Αυτοδιοίκηση, το κράτος, οι θεσμοί. Η αναφορά μου, πριν από τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, στην ανάγκη «βίαιης ωρίμανσης» ήθελε να υπογραμμίσει ακριβώς αυτή την απόσταση ανάμεσα στις μεγάλες απαιτήσεις, από τη μια πλευρά, και τις ελλιπείς ή ανώριμες προϋποθέσεις, από την άλλη, καθώς και την ανάγκη ταχείας, κατά το δυνατόν, γεφύρωσής της.

 

7. Η ωρίμανση των προϋποθέσεων για αριστερή διακυβέρνηση

 

Αν αυτή είναι η κεντρική αντίφαση που έχουμε να διαχειριστούμε και σήμερα, τότε κυρίαρχος στόχος του πολιτικού μας σχεδίου στην παρούσα φάση πρέπει να είναι η δημιουργία ή η περαιτέρω ωρίμανση των προϋποθέσεων για την άσκηση αριστερής πολιτικής. Το γεγονός ότι έχουμε μια κυβέρνηση με κορμό τις δυνάμεις της Αριστεράς δεν σημαίνει ότι η εν λόγω κυβέρνηση μπορεί αυτόματα να ασκεί αριστερή πολιτική ή ότι έχει τον έλεγχο κρίσιμων κρίκων της εξουσίας. Από τη σκοπιά αυτή, πρέπει να δούμε το ζήτημα των κοινωνικών και των πολιτικών συμμαχιών ως όρο και προϋπόθεση για την υλοποίηση του πολιτικού μας σχεδίου, ανεξάρτητα από την αριθμητική της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Και από τη σκοπιά αυτή είναι επίσης προφανές ότι πρέπει να ξαναδούμε το κόμμα ως αναβαθμισμένη προτεραιότητα, αφού χωρίς αριστερό κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει αριστερή κυβέρνηση – και μάλιστα η ποιότητα του κόμματος επηρεάζει αποφασιστικά και πολύμορφα και την ποιότητα της διακυβέρνησης. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική όταν σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του κομματικού φαινομένου καλούμαστε να ανακαλύψουμε ξανά τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει σήμερα «κόμμα νέου τύπου», πώς συγκροτείται, δηλαδή, και πώς δρα το πολιτικό υποκείμενο της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην εποχή μας.

 

8. Ενιαίο κόμμα σημαίνει ισότιμα μέλη, κοινές δεσμεύσεις, συνολική ευθύνη

 

Το βέβαιο είναι ότι το αριστερό κόμμα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο του αν δεν λειτουργεί ως ένας ενιαίος οργανισμός, ως ένας συλλογικός διανοούμενος, με ικανότητες αποτελεσματικής επιχειρησιακής δράσης. Αν δεν έχει μαζικότητα, πυκνή δικτύωση και παρουσία μέσα στην κοινωνία και τα δρώμενά της. Αν δεν αντιστοιχεί τη δομή και τη γείωσή του με τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που έχουν αναδυθεί μέσα από την κρίση. Αν δεν είναι σε διαρκή σχέση με τα κοινωνικά κινήματα. Αν δεν συμβάλλει στην αυτόνομη ανάπτυξή τους και δεν επιδιώκει να μετατρέπει σε θεσμικό κεκτημένο τα δίκαια και υλοποιήσιμα αιτήματά τους. Ταυτόχρονα, όμως, η αριστερή κυβέρνηση έχει ανάγκη από κοινωνικά κινήματα και συνδικάτα που δεν περιορίζονται στην καταγγελία, αλλά διεκδικούν θετικούς στόχους και εφαρμόσιμες πολιτικές σε συνεργασία με αυτή, διατηρώντας πλήρως τη δική τους αυτονομία.

«Ενιαίο κόμμα» δεν σημαίνει βέβαια επιστροφή στη μονολιθικότητα, όπως λένε όσοι θέλουν να κλείσει η συζήτηση αυτή πριν καν ανοίξει. Ούτε βέβαια σημαίνει «αρχηγικό κόμμα». Αντίθετα, το δημοκρατικά και θεσμικά οργανωμένο ενιαίο κόμμα αποτελεί την πιο αποτελεσματική άμυνα κατά του αρχηγισμού αλλά και των κάθε μορφής «τασικών», παραγοντικών ή άλλων άτυπων εξουσιών. «Ενιαίο κόμμα» πρωταρχικά σημαίνει ισότιμα μέλη, δημοκρατικές αρχές, κοινοί κανόνες, κοινές δεσμεύσεις, συνειδητή αυτοδέσμευση αλλά και καταστατική υποχρέωση για την τήρηση των εν λόγω αρχών και κανόνων. Το ενιαίο κόμμα σέβεται τη διαφορετικότητα και αναγνωρίζει το δικαίωμα ύπαρξης διαφορετικών ρευμάτων στο εσωτερικό του, αλλά δεν συνιστά ένα άθροισμα διαφορετικών τάσεων, ομάδων και παραγόντων που προσπαθούν τεχνητά να εμφανίζονται ως ενιαίο κόμμα. Το ενιαίο κόμμα θεμελιώνει τη λειτουργία του στη συλλογικότητα, όπου συλλογικότητα σημαίνει δημοκρατία, κοινή δέσμευση, κοινή και συνολική ευθύνη.

Τέλος, αντιμέτωπη με πρωτόγνωρα προβλήματα και πορευόμενη πολλές φορές μέσα από αχαρτογράφητες περιοχές, η κυβέρνηση και το κόμμα της Αριστεράς έχουν επίσης ανάγκη από έναν διευρυμένο δημόσιο διανοητικό χώρο, έναν ιστό εστιών σκέψης, έρευνας και επικοινωνίας με τη μορφή ερευνητικών ινστιτούτων, δεξαμενών σκέψης, χώρων επικοινωνίας, καθώς και πυκνή δικτύωση και συνεργασία με αντίστοιχες πρωτοβουλίες στην Ευρώπη και διεθνώς.

 

9. «Ναυπηγώντας εν πλω»

 

Η αριστερή κυβερνησιμότητα ωστόσο δεν μπορεί να κατανοηθεί ως κάτι το δεδομένο, με όρους μιας «προκατασκευής», ως ένα καλοφτιαγμένο πλοίο που αναμένει την ώρα να πέσει και να αρχίσει το ταξίδι του στη θάλασσα. Η αριστερή κυβερνησιμότητα, το χτίσιμο, δηλαδή, της ικανότητας για διακυβέρνηση, ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται στη διαχείριση του υπάρχοντος, μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως μια διαδικασία διαρκής, ως ναυπήγηση που γίνεται «εν πλω», σε συνθήκες μάλιστα μεγάλης θαλασσοταραχής, ως διαδικασία συγκρούσεων και αναδιατάξεων, δοκιμών, αναγνώρισης και διόρθωσης λαθών, εντοπισμού και γενίκευσης θετικών επιτευγμάτων και εμπειριών, μια διεργασία διαρκούς μάθησης. Μέσα από ποιες διαδικασίες και σε ποιους χώρους μπορεί να γίνει αυτό; Του κόμματος ή της κυβέρνησης; Είναι προφανές ότι αυτή η διαδικασία μάθησης απαιτεί τη συνέργεια και των δύο, κυρίως όμως είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνεται ανοιχτά, μέσα στην κοινωνία, μαζί με τον λαό. Είναι κρίσιμη λοιπόν η σχέση κόμματος – κυβέρνησης και οι βάσεις πάνω στις οποίες αυτή οικοδομείται.

 

10. Σχέση κόμματος και κυβέρνησης: Βάση η κοινή ευθύνη

 

Το κόμμα δεν έχει μέλλον αν λειτουργεί ως χειροκροτητής της κυβέρνησης. Όμως ούτε η κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει χωρίς τη στήριξη του κόμματος. Το σχήμα λοιπόν «άλλο κόμμα, άλλο κυβέρνηση» που χρησιμοποίησε παλιότερα το ΠΑΣΟΚ δεν λειτούργησε και δεν μπορεί να λειτουργήσει, διότι το κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει ως ένας αυτόνομος ή ουδέτερος παρατηρητής που στέκεται απέναντι στην κυβέρνηση, συμμέτοχος στα όποια δικαιώματα, αλλά αμέτοχος στις ευθύνες της διακυβέρνησης. Το κόμμα και η κυβέρνηση συνδέονται με την κοινή ευθύνη για την τύχη του κοινού εγχειρήματος. Αυτή η κοινή ευθύνη, που δεν σημαίνει ούτε ταύτιση ούτε υποκατάσταση, είναι που επιβάλλει τόσο τη στήριξη της κυβέρνησης όσο και την κριτική της για λάθη ή ανεπάρκειες.

Το κόμμα πρέπει να λειτουργεί με τη συνείδηση ότι αποτελεί τον διαχρονικό θεματοφύλακα των αξιών της Αριστεράς και των δεσμών της με τα λαϊκά στρώματα και την κοινωνία. Εξ αυτού του λόγου, πρέπει να έχει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση του κυβερνητικού προγράμματος, απαιτώντας διαρκή και ουσιαστική ενημέρωση στα διάφορα στάδια της υλοποίησής του, τόσο για τα αποτελέσματά του όσο και για τις δυσκολίες που συναντά η εφαρμογή του.

Όμως το κόμμα δεν πρέπει να αρκείται στη μεταβίβαση των αναγκών και των αιτημάτων της κοινωνίας προς την κυβέρνηση, ως ένας μηχανιστικός ιμάντας. Πρέπει να φιλτράρει τις πιέσεις αυτές, να συμβάλλει στη ιεράρχηση των αιτημάτων. Κι αν η κυβέρνηση, υπό την πίεση των αναγκών, διολισθαίνει κάποια φορά προς την υιοθέτηση των εύκολων λύσεων, αντιγράφοντας πρακτικές των κυβερνήσεων του παρελθόντος, το κόμμα είναι αυτό που πρέπει να απαιτεί και να πιέζει διαρκώς για το νέο ήθος και τα νέα πρότυπα διακυβέρνησης που έχει ανάγκη η κοινωνία και τα οποία πρέπει να επιμένει να δημιουργεί μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Ακόμη, η διασφάλιση της συλλογικής λειτουργίας του ενιαίου κόμματος είναι ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί η κρατικοποίηση και ο «καθεστωτισμός», ενώ η ποιοτική αναβάθμιση της λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να γίνει αντιληπτή και ως απάντηση στην κρίση των κομμάτων και της πολιτικής, ως ένα πεδίο στο οποίο η Αριστερά μπορεί και πρέπει να πρωτοπορήσει.