Τέσσερις εναντίον ενός στο μοναδικό και «βαρετό» ντιμπέιτ

Του Κλέαρχου Τσαουσίδη

Έτσι λοιπόν, το νταηλίδικο «πάμε σε εθνικές εκλογές και να κάνουμε όσα ντιμπέιτ θέλετε» του ατρόμητου κ. Μητσοτάκη κατέληξε σε μια κοινή εμφάνιση των πολιτικών αρχηγών με παράλληλους μονόλογους, χωρίς φυσικά να υπάρξει διάλογος (αυτό σημαίνει debate, αλλά προτιμούν τον αγγλικό όρο, ίσως διότι συμμετέχουν σ’ αυτό απόφοιτοι του Harvard!).

Φυσικά, η αποφυγή διαλόγου από τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι απολύτως επιβεβλημένη για τη διάσωση του όποιου κύρους διαθέτει, ώστε να μη διαπράξει ακόμη ένα ή περισσότερα από τα τραγικά που μας χάρισε τα τρία τελευταία χρόνια. Ο πολυπτυχιούχος του Harvard δεν γνωρίζει τι είπε ο Ρουσό και τι ο Μοντεσκιέ, ποια είναι η διαφορά μεταξύ επταήμερης εργασίας και επταήμερης λειτουργίας, ποιες διεθνείς συνθήκες μπορεί να καταργούνται από μια κυβέρνηση και με τι συνέπειες και πάει λέγοντας.

Ως εκ τούτου, ο Αλέξης Τσίπρας θα παραστεί σε μια σύναξη όπου όλοι οι άλλοι καλεσμένοι θα τον πυροβολούν με ανόητες ή στρεβλωμένες θέσεις. Ποιοι; Ο κληρονόμος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η κληρονόμος του Γιώργου Γεννηματά, ο διαχειριστής του μεταλλαγμένου ΚΚΕ και ο εσχάτως μακεδονοφάγος (πρώην πιτσοφάγος) Βασίλης Λεβέντης.

Το σκηνικό γνωστό και από το παρελθόν: κάθε δημοσιογράφος, εκπρόσωπος καναλιού (!), θα ρωτά έναν πολιτικό αρχηγό με κυκλική διαδικασία ώστε όλοι να ρωτήσουν όλους. Δηλαδή, ο κ. Τσίπρας θα δεχτεί ερωτήσεις από εκπρόσωπους των καναλιών του κ. Βαρδινογιάννη (Star και Alpha), του κ. Αλαφούζου (ΣΚΑΪ), του κ. Σαββίδη (Open), του κ. Κυριακού (AΝΤ1) και της ΕΡΤ. Ελπίζω να μην μπει από το παράθυρο και επίσημος εκπρόσωπος του κ. Μαρινάκη. ο σταθμός του οποίου δεν έχει λάβει ακόμη άδεια από το ΕΣΡ. Έτσι ή αλλιώς, ο κ. Τσίπρας θα πρέπει στον περιορισμένο χρόνο του ή να διαψεύδει τους τέσσερις τερατολόγους ή να απαντά στον δημοσιογράφο.

Η πρώτη βολή ήρθε από τον προφανώς κρυφοσυριζαίο (συγνώμη) Νίκο Χατζηνικολάου που δήλωσε για το… event: «Προσωπικά αποφάσισα να μη μετάσχω στη συγκεκριμένη διαδικασία, θεωρώ ότι είναι βαρετή και δεν οδηγεί πουθενά, καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα να επανέλθει ο δημοσιογράφος με διευκρινιστικές ερωτήσεις, να πιέσει για να πάρει την είδηση».

Ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης από εξωδημοσιογραφικά συμφέροντα δεν είναι κάτι νέο. Στις μέρες μας τείνει να προσλάβει χαρακτηριστικά που καταγράφηκαν την περίοδο της παντοδυναμίας των ομίλων του μακαρίτη Μάξγουελ και του Μέρντοχ στη Μεγάλη Βρετανία ή των μεγαλοτραπεζιτών στη Γαλλία. Τα αποτελέσματα τα λούζονται οι δυο λαοί των άλλοτε υπερδυνάμεων που τρέχουν πίσω από κάθε απίθανο πολιτικό θερμοκηπίου ο οποίος όταν εκπέσει συνήθως γίνεται τακτικός πελάτης των εισαγγελέων.

Η αδυναμία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει το τοπίο στην ενημέρωση, αδυναμία απόλυτα δικαιολογημένη σε ένα κράτος Δικαίου όπου η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, πλην ενίοτε γέρνει, οδηγεί σε ένα μέλλον ζοφερό, διότι οτιδήποτε θετικό έχει πράξει αυτή η κυβέρνηση (ή η όποια επόμενη) θα γίνεται γνωστό μόνον εφόσον συμφωνούν τα σημερινά αφεντικά της «ενημέρωσης». Οι συγκρίσεις με το παρελθόν είναι συντριπτικές.

Τι περιμένουμε λοιπόν από το τάχαμου ντιμπέιτ της 1ης Ιουλίου;

Δεν μπορώ να ξέρω τι σχεδιάζουν οι καθοδηγητές του παλιού πολιτικού συστήματος. Μπορεί ώς τότε να δούμε και άλλα κείμενα σαν αυτό του Σημίτη για θερμό επεισόδιο με την Τουρκία, αναλύσεις γιατί δεν έπρεπε να συγκαλέσει ο κ. Τσίπρας το ΚΥΣΕΑ όταν ακόμη κι ο Βέμπερ ζητάει κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας. Φυσικά, ούτε κουβέντα για τις επιτυχίες της κυβέρνησης να πάρει θέση η Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία, να αναγκάσει την Αλβανία να ξαναδεί την πρακτική της απέναντι στην ελληνική μειονότητα. Και ποιος άκουσε την απίστευτη κωλοτούμπα της Νέας Δημοκρατίας στο θέμα της Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία συμφωνία, αν κυβερνήσει, όχι μόνο δεν θα αλλάξει, αλλά ούτε βέτο για την ενταξιακή διαδικασία της Βόρειας Μακεδονίας δεν θα θέσει;

Πόσο πιο πολύ ψεύτης μπορεί να γίνει ένας Μητσοτάκης;

Ανάπτυξη και κοινωνία

Του Διονύση Θωμά*

Η πρόταση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφορά αποκλειστικά τη βελτίωση ή ανάπτυξη κάποιων δεικτών (π.χ ΑΕΠ, δημοσιονομικά, ανεργία κ.λπ.). Οφείλει να λαμβάνει υπόψη της και να αντιμετωπίζει σειρά κοινωνικών προβλημάτων που έχουν να κάνουν με τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων και των δυνάμεων της εργασίας. Η πρόταση -με δυο λόγια- θα πρέπει να συμβάλλει στη κοινωνικοποίηση της ανάπτυξης. Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης έχει δύο πλευρές.

Πρώτη προϋπόθεση είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι η αναπτυξιακή διαδικασία δεν έχει μια αποκλειστικά και «στενά» οικονομική -τεχνοκρατική- πλευρά. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει μια τεχνοκρατική υπόθεση κάποιων «σοφών», οι οποίοι, κλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους, θα σώσουν τη κοινωνία. Βασική στόχευση είναι η ολόπλευρη και με κάθε διαθέσιμο τρόπο συμμετοχή της κοινωνίας στη διαμόρφωση της αναπτυξιακής στρατηγικής και κατ’ επέκταση του μοντέλου παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Επομένως, η αναπτυξιακή στρατηγική πρέπει να διαμορφώνεται και σε δεύτερο στάδιο -να υλοποιείται σε συνεργασία με τους κοινωνικούς- παραγωγικούς φορείς σε μια «φυγή μπροστά», αφήνοντας πίσω τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Αντιμετωπίζοντας και ξεπερνώντας δομικές στρεβλώσεις, αλλά και λογικές του παρελθόντος που οδήγησαν στη κρίση, μαζί με τους εξωγενείς παράγοντες. Με αυτή την έννοια, δεν μπορεί να είναι ένα άθροισμα «συνδικαλιστικού τύπου» αιτημάτων των κοινωνικών φορέων, αλλά ένα συνεκτικό και υλοποιήσιμο πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Το σχέδιο που θα προταθεί πρέπει να αντιστοιχηθεί συνολικά στις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά και τις δυνατότητες της νέας φάσης μετά την έξοδο από τα μνημόνια τον Αύγουστο. Επιδίωξη θα είναι μια μεταβολή μεγάλου βάθους και διάρκειας στο οικονομικό αλλά και το κοινωνικό επίπεδο. Η αειφόρος ανάπτυξη θα καταστεί βιώσιμη εάν και εφόσον ξεφύγει από έναν στενά οικονομικού χαρακτήρα προσανατολισμό (αύξηση ΑΕΠ, βελτίωση οικονομικών δεικτών κ.λπ.) και αποκτήσει κοινωνικά χαρακτηριστικά με «αριστερό αποτύπωμα».

Παράλληλα, χωρίς να «αυτοπεριοριζόμαστε», η στρατηγική και το σχέδιο που θα προκύψουν οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις διεθνείς επιλογές της χώρας, π.χ. τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και άλλους διεθνείς οργανισμούς, την παραμονή μας στην Ευρωζώνη αλλά και τις γεωπολιτικές συνθήκες της περιοχής.

Στο σημείο αυτό ορισμένες εκτιμήσεις από τη μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία των αναπτυξιακών συνεδρίων, τα οποία διεξάγονται με τη συνεργασία κυβέρνησης και Περιφερειών.

Βασικό χαρακτηριστικό είναι η επαφή κυβερνητικών κλιμακίων κατά Περιφερειακή Ενότητα που προηγούνται του συνεδρίου. Αποδείχθηκε μια πρωτόγνωρη, ενδιαφέρουσα και αποτελεσματική διαδικασία, η οποία έγινε αποδεκτή με θετικά σχόλια από τους κοινωνικούς-παραγωγικούς φορείς που συμμετείχαν. Στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, π.χ., μόνο τα κυβερνητικά κλιμάκια συναντήθηκαν και αντάλλαξαν σκέψεις και προτάσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση με πάνω από 250 φορείς. Οι φορείς σχολίασαν θετικά το γεγονός ότι για πρώτη φορά μια κυβέρνηση έρχεται σε επαφή μαζί τους, ζητάει τη γνώμη τους, προσβλέπει στην ενεργό συμμετοχή τους, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούν ή όχι με τις κυβερνητικές πολιτικές. Ταυτόχρονα, αναδείχθηκε και η αδυναμία των φορέων -ανεξάρτητα από τον πολιτικό προσανατολισμό τους- να στοχεύσουν στο παρόν και ιδιαίτερα στο μέλλον με όρους σχεδίου και οράματος. Ίσως οι διαδικασίες των αναπτυξιακών συνεδρίων και η συμμετοχή των φορέων σε αυτές να αποτελέσουν τη βάση για πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις στο μέλλον.

Ένα δεύτερο σημείο το οποίο οι διοργανωτές -κυβέρνηση και Περιφέρειες- οφείλουν να προσέξουν στα εναπομείναντα συνέδρια, αλλά και σε παρόμοιες διαδικασίες στο μέλλον, είναι η λειτουργία των θεματικών τραπεζιών. Παρατηρήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις η παρουσία πολυάριθμων αντιπροσωπειών υπουργείων και Περιφέρειας με αποτέλεσμα, αφενός τη μεγάλη και αναποτελεσματική διάρκεια του τραπεζιού και αφετέρου τον δραστικό περιορισμό του χρόνου που απέμενε για τους φορείς. Έτσι, η τελική εντύπωση που «μένει» είναι ότι κυβέρνηση (κυρίως) και Περιφέρεια ήρθαν να πούνε τα δικά τους και όχι να ακούσουν, ανατρέποντας εν μέρει τις αρχικές θετικές εντυπώσεις.

Η τελική αξιολόγηση των αναπτυξιακών συνεδρίων θα γίνει στο επόμενο διάστημα και μέχρι τις εκλογές. Η κρίση θα αφορά τον βαθμό υλοποίησης των εξαγγελθέντων από τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς.

Η δεύτερη προϋπόθεση της κοινωνικοποίησης της ανάπτυξης θα κριθεί στο επίπεδο της διανομής των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης. Ποιος και ποιοι θα ωφεληθούν από αυτή. Χωρίς αυταπάτες ότι σήμερα μπορούμε να πετύχουμε στον απόλυτο βαθμό αυτό που θα θέλαμε, μπορούμε όμως να διαμορφώσουμε τις συνθήκες εκείνες ώστε να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Με αυτό τον τρόπο, και δημιουργώντας τις απαραίτητες κοινωνικές συμμαχίες, θα προχωράμε στο επόμενο βήμα.

Τέλος, η ανάπτυξη που θα προκύψει μέσα από την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας πρέπει να στοχεύει και να είναι ισόρροπη οικονομικά και κοινωνικά.

Όλες οι Περιφέρειες της χώρας χαρακτηρίζονται από πολυμορφία – γεωγραφική, δημογραφική, χωροταξική, παραγωγική. Κάθε προσπάθεια διατύπωσης ενός αναπτυξιακού σχεδίου πρέπει να λάβει υπόψη αυτή την πολυμορφία. Ειδικότερα το δημογραφικό είναι ένα πρόβλημα η αντιμετώπιση του οποίου θα πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της αναπτυξιακής πολιτικής.

Στο παρελθόν -και λόγω της έλλειψης σχεδίου- οι αναπτυξιακές προσεγγίσεις, αντί να αξιοποιούν την πολλαπλότητα και την πολυμορφία στην κατεύθυνση της εξάλειψης ή μείωσης των ανισορροπιών, διαμόρφωσαν μια αντίληψη ανταγωνιστικότητας, η οποία διεύρυνε τις αποστάσεις τόσο μεταξύ Περιφερειών όσο και ενδοπεριφερειακά. Η ισορροπία που πρέπει να επιδιώκουμε οφείλει να έχει όχι μόνο γεωγραφικά χαρακτηριστικά αλλά και κλαδικά. Να μην εστιάζουμε σε μεμονωμένες παραγωγικές μονάδες ή κλάδους, αλλά να δούμε ολοκληρωμένα τις αλυσίδες αξίας. Τα παραγωγικά συμπλέγματα. Τα clusters καινοτομίας. Τα δίκτυα συνεργασίας. Την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία. Να αξιοποιούμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε Περιφέρειας.

Για να καταλήξουμε σε ένα σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη της οικονομίας που θα είναι αποτελεσματικό και κοινωνικά δίκαιο.

* Ο Διονύσης Θωμάς είναι οικονομολόγος, μέλος Γραμματείας Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ

Δυο διαφορετικές Ελλάδες

Προχθές το Καλλιμάρμαρο υποδέχτηκε μία από τις σημαντικότερες συναυλίες των τελευταίων χρόνων.

Τη συναυλία για τον μεγάλο συνθέτη, με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη και τη μουσική του.

Χθες πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα η συγκέντρωση των «#Παραιτηθείτε». Η σημερινή Ελλάδα σε δύο εικόνες μέσα σε δύο ημέρες.

Το Καλλιμάρμαρο πλημμύρισαν χιλιάδες κόσμου για να ζήσουν μια μουσική πανδαισία δεμένη με την ιστορία αγώνων και ελπίδων, με τον πολιτισμό της σύγχρονης Ελλάδας.

Ηταν εκεί όλες οι γενιές. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αυτής της χώρας. Δεν ήταν παράξενο.

Ο Μίκης ως σύμβολο και η μουσική του ως πολιτισμός αγκαλιάζουν και τις τρεις αυτές κατηγορίες.

Αυτή είναι η Ελλάδα της δημιουργίας και του μέλλοντος.

Η συγκέντρωση των «#Παραιτηθείτε» ήταν ένα καταθλιπτικό θέαμα από όλες τις απόψεις.

Οχι μόνο γιατί δεν είχε καμία μαζικότητα -αυτό θα ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να επισημάνει κανείς-, αλλά και γιατί το επίπεδο των συνθημάτων συνιστούσε προσβολή για τον κριτικό πολιτικό ακόμη και αντιπολιτευτικό λόγο που έχει ανάγκη η χώρα.

Η χυδαιότητα των συνθημάτων που ακούστηκαν σε βάρος του πρωθυπουργού και μελών της κυβέρνησης αν μη τι άλλο παρέπεμπαν σε εκχυδαϊσμό της πολιτικής διαμαρτυρίας.

Αυτή ήταν η Ελλάδα της κατάπτωσης που πρέπει να απορρίψουν οι πάντες.

Είναι αλήθεια ότι η μνημονιακή κυβερνητική πολιτική -είτε εφαρμόζεται από τη σημερινή κυβέρνηση είτε από οποιαδήποτε άλλη- δεν έχει υποστηρικτές στη χώρα.

Εχει ανθρώπους που την ανέχονται, σφίγγοντας τα δόντια. Είναι επίσης αλήθεια πως δεν υπάρχει Ελληνας που να μη θέλει να τελειώσει αυτό το μαρτύριο.

Και είναι δυο φορές αλήθεια πως η διαμαρτυρία σε όλες τις εκφάνσεις της προκύπτει από την πραγματικότητα.

Το ζήτημα είναι «πώς αυτή γίνεται;». Αν γίνεται με όρους χαμαιτυπείου, το επόμενο βήμα είναι ο εκφασισμός της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Η μουσική του Μίκη δεν ήταν ποτέ καθεστωτική. Είναι το ανελέητο μαστίγωμα κάθε εξουσίας, με όπλο το υψηλό επίπεδο πολιτισμού, τα ανυπέρβλητα ιδανικά, τις αιώνιες αξίες και τα ευγενή κίνητρα.

Η διαμαρτυρία σε αυτό το επίπεδο απαιτεί ελεύθερο πνεύμα και δημοκρατικό ήθος. Συνιστά επομένως ελπίδα και προοπτική.

Δ. Τζανακόπουλος: Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για να διαμορφωθούν οι όροι για μια συμφωνία

 Σφοδρή επίθεση στη ΝΔ για τη στάση της στη διαπραγμάτευση εξαπέλυσε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος στο debate με τον εκπρόσωπο Τύπου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Βασίλη Κικίλια, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ANT1.
«Η καταστροφολογία σας, ευτυχώς για τη χώρα και δυστυχώς για εσάς, δεν πρόκειται να σας βγει ούτε αυτή τη φορά», τόνισε ο υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος, για να υπογραμμίσει ότι «πάρα πολύ σύντομα θα υπάρξει η τελική συμφωνία σε ό,τι αφορά στα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τον προσδιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων και την ίδια στιγμή θα έχουμε τη δυνατότητα να έχουμε έναν καθαρό διάδρομο ώστε να εντάξουμε τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ».
 Ο κ. Τζανακόπουλος είπε ότι η δημοσιονομική επίπτωση των μέτρων που θα συμφωνηθούν για το 2019 θα είναι μηδενική, καθώς 2% θα είναι επιβαρύνεις και θα υπάρξει ένα 2% ελαφρύνσεων, μέσω μείωσης φόρων, αύξησης κοινωνικών δαπανών, στήριξης κατώτερων στρωμάτων. «Αυτή είναι η λογική της συμφωνίας και όσο δύσπιστος κι αν είναι ο κ. Κικίλιας και η ΝΔ, όταν έρθει στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο θα έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε ποιος λέει αλήθειες και ποιος ψέματα».
«Θα κλείσει η αξιολόγηση, μην ανησυχείτε κ. Κικίλια, τα ίδια λέγατε και στην πρώτη. Κατά τον ίδιο τρόπο που καταστροφολογούσατε για την πρώτη, τελικά έκλεισε και στη συνέχεια σιωπήσατε για αρκετό καιρό», είπε ο κ. Τζανακόπουλος και κατηγόρησε τη ΝΔ ότι σε κάθε δευτερόλεπτο αυτής της μάχης πήρατε τη θέση του ΔΝΤ, δεν στηρίξατε μια τεράστια προσπάθεια που γίνεται». Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος επέμεινε, αλλά δεν έλαβε απάντηση, στο ερώτημα του προς τον κ. Κικίλια: «Ποιος έχει την ευθύνη κ. Κικίλια για το γεγονός ότι δεν έκλεισε η αξιολόγηση, την έχει η ελληνική κυβέρνηση ή το ΔΝΤ;».Είπε ότι γνωρίζει πολύ καλά και η ΝΔ ότι η καθυστέρηση στην αξιολόγηση ότι έχει να κάνει με τις διαφορετικές αντιλήψεις που υπάρχουν σε Γερμανία και ΔΝΤ σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του ελληνικού χρέους και δευτερευόντως, μέχρι και τις 20 Φεβρουαρίου, ήταν και οι απαιτήσεις του για 4,5 δισ πρόσθετα μέτρα, «απαιτήσεις που υποστηρίξατε με όλη την ψυχή σας».
Τόνισε ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να εφαρμόσει με τους καλύτερους δυνατούς όρους για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 2015 και πως στα εργασιακά δίνει μια πάρα πολύ μεγάλη μάχη για την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, «μια μάχη που η ΝΔ δεν θέλει να δώσει γιατί ιδεολογικά βρίσκεται απέναντι στη λογική της προστασίας των εργαζομένων, ενώ πρεσβεύει την ανάγκη για απόλυτη ισοπέδωση της αγοράς εργασίας, για να αυξηθούν οι επενδύσεις στη χώρα». Σημείωσε ότι εκεί βρίσκεται μια πολιτική και ιδεολογική ταύτιση της ΝΔ με το ΔΝΤ και σχολίασε: «δεν καταλαβαίνει γιατί ενώ την ομολογεί εμπράκτως, δεν την ομολογεί ρητώς». Τόνισε επίσης ότι εδώ τίθεται μια μεγάλη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της κυβέρνησης και της ΝΔ, που αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης και ο οποίος πρέπει να ομολογείται.
 Κατηγόρησε τη ΝΔ ότι ποτέ δεν τοποθετήθηκε σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του ΔΝΤ για τα 4,5 δισ. επιπρόσθετα μέτρα «και τα οποία ακριβώς λόγω της διαπραγμάτευσής μας καταφέραμε να τα αποφύγουμε μέσω μιας συμφωνίας που θα έχει μηδενικό αντίκτυπο για το 2019».
 Σημείωσε πως η ΝΔ βρίσκεται σε δύσκολη θέση γιατί είχε ποντάρει στην καταστροφή και αυτό της δημιουργεί στρατηγικό αδιέξοδο, «γιατί για άλλη μια φορά δεν μπορεί να διαχειριστεί το γεγονός ότι η β’ αξιολόγηση θα κλείσει και μάλιστα χωρίς την εκ νέου μετάθεση του προβλήματος στο μέλλον». «Αντιθέτως», είπε, «θα έχουμε μια συνολική συμφωνία που θα αφορά και στο SLA και τα μέτρα και αντίμετρα για το 2019 και μια λύση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τον προσδιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων.
 Ο κ. Τζανακόπουλος υπογράμμισε ότι «το 4ο μνημόνιο είναι ο σχεδιασμός και ο ευσεβής πόθος της ΝΔ, γιατί είναι δικοί σας βουλευτές, ο αντιπρόεδρος του δικού σας κόμματος που είπε ότι ‘τόσο κι άλλα τόσα θα δίναμε για να κλείσει η αξιολόγηση'».
Με αφορμή και τα χτεσινά tweet του, τα οποία επανέφερε ως φωτοτυπίες στο debate με τα οποία επιχείρησε να εμφανίσει ως αντικρουόμενες δηλώσεις του πρωθυπουργού και του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο κ. Τζανακόπουλος κατηγόρησε τον κ. Κικίλια για προσπάθεια επικοινωνιακής παραχάραξης της πραγματικότητας και διαστρέβλωσης των λεγομένων του ίδιου αλλά και του πρωθυπουργού στην προσπάθεια του να αλλάξει την πραγματικότητα, «γιατί δεν τους βγαίνει το αφήγημα».
Σε πολύ έντονο ύφους και υψηλούς τόνους απάντησε σε κατηγορία του κ. Κικίλια ότι την κυβέρνηση την ενδιαφέρει η καρέκλα της και η μεγάλη ζωή: «Επειδή το ‘χετε παρακάνει, επειδή μιλάτε εσείς για ‘μεγάλη ζωή’, μαθήματα ηθικής απ’ τους ανθρώπους που είναι μέχρι το λαιμό σε σκάνδαλα απ’ το ΚΕΕΛΠΝΟ μέχρι τη Novartis και τα θαλασσοδάνεια, όλα όσα έχουν γίνει επί 40 χρόνια και τα οποία ο ελληνικός λαός γνωρίζει πάρα πολύ καλά, δεν θα κατηγορήσετε εσείς εμάς για ‘μεγάλη ζωή'». Απαντώντας σε κατηγορίες του εκπροσώπου της ΝΔ ότι η κυβέρνηση με τη διαπραγμάτευσή της το 2015 ευθύνεται για καταστροφή της οικονομίας, ο κ. Τζανακόπουλος σχολίασε ότι αυτό που δεν θα ξεχάσει η ελληνική κοινωνία είναι το γεγονός ότι επί 5 χρόνια, επί διακυβέρνησης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, Σαμαράς και Βενιζέλος σχεδίασαν και υλοποιούσαν το PSI, είχαμε μια σωρευτική ύφεση, εκτίναξη της ανεργίας, έκρηξη της μερικής απασχόλησης, «επομένως ο τελευταίος που δικαιούται να μιλά για την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας είναι η ΝΔ».
 Σχετικά με τα μέτρα-αντίμετρα, ο κ. Τζανακόπουλος εξήγησε αναλυτικά: «Προϋπόθεση για την εφαρμογή των μέτρων είναι πιάσουμε 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα το 2018. Γιατί στη συνέχεια θα έχουμε ένα δημοσιονομικό μείγμα που δεν θα έχει καμιά δημοσιονομική επιβάρυνση. Το 3,5% του 2018 θα μεταφερθεί ως 3,5% για το 2019 εφόσον και ο προσδιορισμός των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα θα είναι αυτός και αυτό σημαίνει ότι δεν τίθενται υπό αίρεση τα αντίμετρα». Σημείωσε ότι «αντιθέτως η μοναδική προϋπόθεση είναι να πιάνουμε τους στόχους του προγράμματος, που είναι ούτως ή άλλως προϋπόθεση για την εφαρμογή οποιουδήποτε προγράμματος όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά οπουδήποτε στην Ευρώπη».

Γράμμα στους πρώην και σε όλους

ddd014df9f8e5f610924c206c9a5e11f1470468417

Της Αφροδίτης Μάνου

* Σημείωμα – ανάρτηση της Αφροδίτης Μάνου στην προσωπική της σελίδα στο Facebook

Αυτή η χώρα θα γίνει χώρα και δεν θα γίνει από σάς, λυπάμαι.
Εσείς είχατε 42 χρόνια να το κάνετε και αντ’ αυτού,
την διαλύσατε εις τα εξ ων συνετέθη.
Άλλοι θα την φτιάξουν.
Σαν αντιπολίτευση δεν έλεγαν και πολλά.
Σαν κυβέρνηση είναι καλύτεροι από σάς.
Με λάθη-όχι εγκλήματα
Με καθυστερήσεις-όχι πάντως 42 χρόνια
Με ερασιτεχνισμούς- όχι επαγγελματίες αετονύχηδες
Με γκάφες-όχι ακόμα ανεπανόρθωτες
Και δυστυχώς, και με λαϊκισμούς-όχι όμως «αριστοκρατικές»
απάτες, τύπου Λιάπη, Βερελή, Τσοχατζόπουλου κ.ά.
Κι αν ακόμα δεν πάμε πουθενά και γυρνάμε στον ίδιο κύκλο
δαγκώνοντας την ουρά μας, εσείς τον δημιουργήσατε τον κύκλο
αυτόν και άλλοι θα βρουν τη λύση.
Αυτούς τους άλλους εγώ τους στηρίζω.
Κριτικά και εναγωνίως.
Με ευρωπαικό προσανατολισμό.
Η Ελλάδα σέρνεται και μπουσουλάει εξαιτίας των δικών σας
«αριστοτεχνικών» χειρισμών και όχι εξαιτίας των δικών τους
«αριστερών» (μέ, ή χωρίς εισαγωγικά, το ίδιο μου κάνει).
Και όχι, δεν ανήκω στο 3% του συριζα.
Είμαι σ’ αυτό το 30% που τώρα πια σας κάνει όλους να καρδιοχτυπάτε.
Με τους απρόβλεπτους αναποφάσιστους, που μόλις αποφασίσουν,
βγάζουν (και θα βγάζουν) κυβέρνηση.
Ο συριζα έχει πολλά να ξεκαθαρίσει-όντως-και πολλά ν’ αλλάξει.
(Όπως όλοι μας)
Έχει πολύ σκληρές αποφάσεις να πάρει.
Κάτι μου λέει ότι θα το κάνει.
Αν δεν το κάνει, κακό της κεφαλής του και κρίμα.
Αλλά εσείς δεν ξαναβγαίνετε, σφετεριστές χρημάτων τε
και οραμάτων. (ολυμπιακών τε και παναθηναϊκών).
Γιατί δεν αρκεί ν’ αλλάξεις αρχηγό.
Μυαλά πρέπει ν’ αλλάξεις.
✿☞❀
Τώρα που το σκέφτομαι, η αλλαγή αυτή ρόλων
(κυβέρνησης-αντιπολίτευσης) σάς ταιριάζει-αλλήλων-
πολύ καλύτερα.
Άσε που μας ξανάβαλε όλους στο παιχνίδι …
Μάθετε λοιπόν οι μεν να κυβερνάτε, οι δε να
αντιπολιτεύεστε κι εμείς να είμαστε υπεύθυνοι
και συνειδητοί πολίτες. (Που λέει ο λόγος …)
✿☞❀ ✿☞❀
Καλούς Ολυμπιακούς Αγώνες με την τύψη της Συρίας
στην καρδιά και «του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι …»
Νέο Ψυχικό, Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Σκέψεις για τις θέσεις: Να συζητήσουμε ανοιχτά – Να θωρακιστούμε για το μέλλον

δραγασακης

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗ, αντιπρόεδρου της κυβέρνησης

 

1. Ένα καθοριστικό συνέδριο

 

Το 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει και μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για την ελληνική πολιτική και είναι σημαντική ευκαιρία για να σκεφτούμε πώς να οργανώσουμε το νέο πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς στις νέες συνθήκες. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως το πρώτο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μιας χώρας στην Ευρώπη της κρίσης, έχει πλέον αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για πολιτικές δυνάμεις και κινήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην ουσία, το εγχείρημα μιας κυβερνώσας ριζοσπαστικής Αριστεράς συνιστά από μόνο του αφετηρία για τη συγκρότηση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ο προβληματισμός που θα κατατεθεί στο Συνέδριο, ο αναστοχασμός για την έως τώρα πορεία και ο σχεδιασμός για το μέλλον θα είναι καθοριστικά για την εξέλιξη του εγχειρήματός μας και θα πρέπει να τύχουν ευρείας και ουσιαστικής συλλογικής επεξεργασίας.

 

2. Οι θέσεις μάς πηγαίνουν «ένα βήμα μπροστά»

 

Οι θέσεις για το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ που υπερψηφίστηκαν πρόσφατα στην Κεντρική Επιτροπή κινούνται σε θετική κατεύθυνση. Και τούτο γιατί, πρώτον, προβαίνουν σε καίριες επισημάνσεις, καταγράφουν λάθη και αδυναμίες, χωρίς να μηδενίζουν ή να εξωραΐζουν την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεύτερον, αναγνωρίζουν τις νέες μεγάλες προκλήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούμε και ιχνηλατούν τον δρόμο για ένα σύγχρονο, δημοκρατικό κόμμα της Αριστεράς του 21ου αιώνα.

Τέλος, σε θέματα ιδεολογικής ταυτότητας, στρατηγικού στόχου και πολιτικής συμμαχιών, οι θέσεις επιβεβαιώνουν τα ιδρυτικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς που συνιστά υπέρβαση τόσο της παραδοσιακής Σοσιαλδημοκρατίας όσο και της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς. Ενός κόμματος που δεν ενσωματώνεται στη Σοσιαλδημοκρατία, αλλά αναπτύσσει σχέσεις συνεργασίας με εκείνα τα τμήματά της που αποδεσμεύονται από κατεστημένα συμφέροντα και αντιπαλεύουν τις αξίες και τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται πια ως μια νέα πολιτική μορφή της Αριστεράς που δημιουργεί ένα νέο πολιτικό παράδειγμα.

 

3. Να απαντήσουμε, όμως, και στα δύσκολα ερωτήματα

 

Οι θέσεις ωστόσο, ιδίως στα θέματα του απολογισμού, χαρακτηρίζονται από κάποια πολιτική ατολμία. Διότι, ενώ αναγνωρίζουν λάθη και παραλείψεις, δεν αναζητούν τις βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν σε αυτά. Έτσι, δεν θωρακίζουν το κόμμα από την επανάληψη των ίδιων λαθών.

* Γιατί, για παράδειγμα, ενώ το διακηρύξαμε, δεν γίναμε ποτέ ένα ενιαίο κόμμα ισότιμων μελών; Και τι εγγυάται ότι θα γίνουμε στο μέλλον;

* Γιατί επιτράπηκε να λειτουργούν στο εσωτερικό του κόμματος διάφορες ομάδες, ως κόμματα εντός του κόμματος, με όρους και διαδικασίες πλήρους αδιαφάνειας και χωρίς λογοδοσία, αν και αυτό ρητά απαγορευόταν από το καταστατικό;

* Γιατί, ενώ είχε καταστεί σχεδόν βέβαιο ότι σύντομα θα αναλαμβάναμε κυβερνητικές ευθύνες, τα όργανα του κόμματος δεν ασχολήθηκαν με τρόπο συγκεκριμένο και συστηματικό με την προετοιμασία γι’ αυτό το ενδεχόμενο;

* Γιατί η προγραμματική προετοιμασία δεν έγινε ποτέ υπόθεση ολόκληρου του κόμματος, παρά μόνο ενός μικρού μέρους του και κάποιων τμημάτων και ομάδων της Κεντρικής Επιτροπής;

* Γιατί δεν υπήρξε επαρκής και οργανωμένη προετοιμασία στελεχών για κυβερνητικούς, πολιτικούς ή διοικητικούς ρόλους;

* Γιατί το κόμμα δεν ανέπτυξε ποτέ -όπως ορθά επισημαίνεται τώρα στις θέσεις- εσωτερικές εκπαιδευτικές, επιμορφωτικές και άλλες συναφείς λειτουργίες;

* Γιατί το κόμμα δεν μπόρεσε να διευρυνθεί και να αναβαθμιστεί, σε μερική έστω αντιστοιχία προς την εκλογική δυναμική του;

 

4. Να συζητήσουμε ανοιχτά – Να θωρακιστούμε για το μέλλον

 

Ορισμένοι ανάγουν τις αιτίες για τα παραπάνω και άλλα συναφή προβλήματα στις παθογένειες της παράδοσης της Αριστεράς, σε παράγοντες πολιτικής παιδείας και πολιτικού πολιτισμού. Άλλοι πάλι τα αποδίδουν στην ύπαρξη ανταγωνιστικών σχεδίων και απόψεων στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

Κάποιοι, τέλος, χρεώνουν πολλές από τις αδυναμίες αυτές σε έναν διάχυτο βολονταρισμό που, κατά την άποψή τους, χαρακτήριζε τη δράση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και άλλων αριστερών παραδειγμάτων, στη φάση της ανόδου τους.

Όντως, ενίοτε ετίθεντο στόχοι χωρίς να υπάρχει πλήρης συνείδηση των μέσων και των προϋποθέσεων που απαιτούνταν για την υλοποίησή τους. Όχι λίγες φορές βάλαμε «το κάρο μπροστά από το άλογο».

Όμως αυτή η αναντιστοιχία στόχων και μέσων αντανακλούσε ορισμένες φορές και μια σύγχυση ανάμεσα στον στρατηγικό στόχο -την αλλαγή, δηλαδή, του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος στην Ευρώπη, που αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο και συλλογικό εγχείρημα- και στην επιδίωξη της καλύτερης για τα λαϊκά και τα εθνικά συμφέροντα συμφωνίας στο πλαίσιο της υπαρκτής Ευρώπης, που αποτελούσε τον άμεσο στόχο και την άμεση δέσμευση απέναντι στον λαό. Οι δύο χρονικότητες και οι διαφορετικές προϋποθέσεις των δύο αυτών στόχων δεν ήταν πάντα ευδιάκριτες στον πολιτικό μας λόγο, ούτε ήταν ορθά ιεραρχημένες, ιδίως κατά το διάστημα της πρώτης περιόδου των διαπραγματεύσεων. Ακριβώς γι’ αυτό, η συμφωνία που τελικά πετύχαμε έγινε από ορισμένους αντιληπτή ως μια συντριπτική τελειωτική ήττα, αφού πράγματι δεν άλλαξε το κυρίαρχο υπόδειγμα. Εντούτοις, ήταν μια αναγκαστική αναδίπλωση και το καλύτερο που μπορέσαμε να πετύχουμε στο πλαίσιο των υφιστάμενων συσχετισμών.

Όπως όμως κι αν κρίνουμε τη μάχη που δώσαμε και την έκβασή της, ο πόλεμος συνεχίζεται. Τα προβλήματα επομένως του χθες αφορούν και το μέλλον.

Γι’ αυτό και πρέπει στην πορεία προς το Συνέδριο να τα συζητήσουμε ανοιχτά και με ειλικρίνεια, να συνομολογήσουμε κοινά αποδεκτές απαντήσεις και, όπου χρειάζεται, να συγκρουστούμε με λανθασμένες απόψεις και να κάνουμε σαφείς επιλογές. Μόνον έτσι θα θωρακιστούμε για το μέλλον.

 

5. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αλλαγή παραδείγματος

 

Οι ερμηνείες αυτές εξηγούν κάποιες από τις διαστάσεις του προβλήματος, δεν απαντούν όμως στον πυρήνα αυτού καθαυτού του προβλήματος. Και το πρόβλημα είναι ότι, ενώ αυτό που αποφάσισε και έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε μια τομή στην ίδια την ιστορία και την παράδοση της ελληνικής Αριστεράς, μια αλλαγή παραδείγματος, αυτή η αλλαγή δεν συνοδεύτηκε από εκείνη την εσωτερική επανάσταση που έπρεπε να γίνει στο επίπεδο των αντιλήψεων και των μεθόδων, στον βαθμό που αυτό εξαρτώνταν από μας.

Και όμως, αυτή η αλλαγή παραδείγματος έχει άμεσες και πρακτικές συνέπειες. Ιδού ορισμένα παραδείγματα-τομές:

* Ενάντια σε μια στρατηγική αναμονής έως ότου διαμορφωθούν οι συνθήκες που θα επέτρεπαν την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε την ενεργητική παρέμβασή του για την αλλαγή των συσχετισμών, τόσο συμμετέχοντας στις πλατείες όσο και διεκδικώντας ταυτόχρονα την κυβερνητική εξουσία.

* Απέναντι σε μια μακρά παράδοση που θέλει την Αριστερά και τον λαό έξω από και απέναντι στο κράτος, το νέο υπόδειγμα στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι κοινωνικές σχέσεις και συσχετισμοί είναι ήδη και εντός του κράτους. Άρα, το ίδιο το κράτος, οι λειτουργίες και οι πολιτικές του αποτελούν πεδία κοινωνικού και πολιτικού ανταγωνισμού.

* Έναντι μιας μακράς παράδοσης ανάθεσης της επίλυσης των προβλημάτων της κοινωνίας στο κράτος και τα κόμματα, το νέο υπόδειγμα προκρίνει την πρωτοβουλία, την αυτενέργεια, την ευρηματικότητα, την αυτοδιαχείριση, την αυτοσυντήρηση, την αλληλεγγύη, την πραγματική συντροφικότητα ως οργανικά στοιχεία της ύπαρξης και της δράσης της Αριστεράς.

Το κενό αυτό ανάμεσα στις εμπεδωμένες αντιλήψεις και στις απαιτήσεις του νέου υποδείγματος θα μπορούσε μερικώς να το καλύψει ένα ενιαίο κόμμα με δημοκρατική και συλλογική λειτουργία και ικανότητες επιτελικού σχεδιασμού και δράσης. Ακριβώς γι’ αυτό, τα ελλείμματα και οι ασυνέπειες στο πεδίο αυτό ήταν κρίσιμες.

 

6. Μεγάλες απαιτήσεις, ελλιπείς προϋποθέσεις

 

Τα ως άνω προβλήματα μπορούν, σε τελευταία ανάλυση, να αναχθούν σε εγγενείς δυσκολίες του ίδιου του εγχειρήματος, ενός εγχειρήματος που στόχο έχει να διανοίξει νέους δρόμους, να στηρίξει ή και να εφεύρει νέα υποδείγματα προχωρώντας μέσα από αχαρτογράφητες περιοχές. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, μπορούν να αποδοθούν στην αναντιστοιχία ανάμεσα στις απαιτήσεις που συνεπάγεται το εν λόγω εγχείρημα -απαιτήσεις θεωρητικές, πολιτικές, οργανωτικές-, από τη μια πλευρά, και στις ελλιπείς ή ανώριμες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος και την άσκηση αριστερής πολιτικής, από την άλλη.

Οι προϋποθέσεις αυτές είναι πολλές. Εδώ αναφέρομαι πρωτίστως στο επίπεδο των υφιστάμενων συσχετισμών. Αναφέρομαι όμως επίσης και σε προϋποθέσεις που αφορούν το επίπεδο οργάνωσης και πολιτικής ωριμότητας του ίδιου του πολιτικού φορέα του εγχειρήματος, του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Αναφέρομαι ακόμη στο επίπεδο ανάπτυξης και τη διαμορφωμένη συνείδηση των κοινωνικών υποκειμένων, των κοινωνικών κινημάτων, των συλλογικών μορφών έκφρασης της κοινωνίας, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους φυσικούς μας συμμάχους, και βέβαια στους συσχετισμούς δύναμης σε κρίσιμους τομείς όπως τα συνδικάτα, η Αυτοδιοίκηση, το κράτος, οι θεσμοί. Η αναφορά μου, πριν από τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, στην ανάγκη «βίαιης ωρίμανσης» ήθελε να υπογραμμίσει ακριβώς αυτή την απόσταση ανάμεσα στις μεγάλες απαιτήσεις, από τη μια πλευρά, και τις ελλιπείς ή ανώριμες προϋποθέσεις, από την άλλη, καθώς και την ανάγκη ταχείας, κατά το δυνατόν, γεφύρωσής της.

 

7. Η ωρίμανση των προϋποθέσεων για αριστερή διακυβέρνηση

 

Αν αυτή είναι η κεντρική αντίφαση που έχουμε να διαχειριστούμε και σήμερα, τότε κυρίαρχος στόχος του πολιτικού μας σχεδίου στην παρούσα φάση πρέπει να είναι η δημιουργία ή η περαιτέρω ωρίμανση των προϋποθέσεων για την άσκηση αριστερής πολιτικής. Το γεγονός ότι έχουμε μια κυβέρνηση με κορμό τις δυνάμεις της Αριστεράς δεν σημαίνει ότι η εν λόγω κυβέρνηση μπορεί αυτόματα να ασκεί αριστερή πολιτική ή ότι έχει τον έλεγχο κρίσιμων κρίκων της εξουσίας. Από τη σκοπιά αυτή, πρέπει να δούμε το ζήτημα των κοινωνικών και των πολιτικών συμμαχιών ως όρο και προϋπόθεση για την υλοποίηση του πολιτικού μας σχεδίου, ανεξάρτητα από την αριθμητική της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Και από τη σκοπιά αυτή είναι επίσης προφανές ότι πρέπει να ξαναδούμε το κόμμα ως αναβαθμισμένη προτεραιότητα, αφού χωρίς αριστερό κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει αριστερή κυβέρνηση – και μάλιστα η ποιότητα του κόμματος επηρεάζει αποφασιστικά και πολύμορφα και την ποιότητα της διακυβέρνησης. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική όταν σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του κομματικού φαινομένου καλούμαστε να ανακαλύψουμε ξανά τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει σήμερα «κόμμα νέου τύπου», πώς συγκροτείται, δηλαδή, και πώς δρα το πολιτικό υποκείμενο της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην εποχή μας.

 

8. Ενιαίο κόμμα σημαίνει ισότιμα μέλη, κοινές δεσμεύσεις, συνολική ευθύνη

 

Το βέβαιο είναι ότι το αριστερό κόμμα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο του αν δεν λειτουργεί ως ένας ενιαίος οργανισμός, ως ένας συλλογικός διανοούμενος, με ικανότητες αποτελεσματικής επιχειρησιακής δράσης. Αν δεν έχει μαζικότητα, πυκνή δικτύωση και παρουσία μέσα στην κοινωνία και τα δρώμενά της. Αν δεν αντιστοιχεί τη δομή και τη γείωσή του με τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που έχουν αναδυθεί μέσα από την κρίση. Αν δεν είναι σε διαρκή σχέση με τα κοινωνικά κινήματα. Αν δεν συμβάλλει στην αυτόνομη ανάπτυξή τους και δεν επιδιώκει να μετατρέπει σε θεσμικό κεκτημένο τα δίκαια και υλοποιήσιμα αιτήματά τους. Ταυτόχρονα, όμως, η αριστερή κυβέρνηση έχει ανάγκη από κοινωνικά κινήματα και συνδικάτα που δεν περιορίζονται στην καταγγελία, αλλά διεκδικούν θετικούς στόχους και εφαρμόσιμες πολιτικές σε συνεργασία με αυτή, διατηρώντας πλήρως τη δική τους αυτονομία.

«Ενιαίο κόμμα» δεν σημαίνει βέβαια επιστροφή στη μονολιθικότητα, όπως λένε όσοι θέλουν να κλείσει η συζήτηση αυτή πριν καν ανοίξει. Ούτε βέβαια σημαίνει «αρχηγικό κόμμα». Αντίθετα, το δημοκρατικά και θεσμικά οργανωμένο ενιαίο κόμμα αποτελεί την πιο αποτελεσματική άμυνα κατά του αρχηγισμού αλλά και των κάθε μορφής «τασικών», παραγοντικών ή άλλων άτυπων εξουσιών. «Ενιαίο κόμμα» πρωταρχικά σημαίνει ισότιμα μέλη, δημοκρατικές αρχές, κοινοί κανόνες, κοινές δεσμεύσεις, συνειδητή αυτοδέσμευση αλλά και καταστατική υποχρέωση για την τήρηση των εν λόγω αρχών και κανόνων. Το ενιαίο κόμμα σέβεται τη διαφορετικότητα και αναγνωρίζει το δικαίωμα ύπαρξης διαφορετικών ρευμάτων στο εσωτερικό του, αλλά δεν συνιστά ένα άθροισμα διαφορετικών τάσεων, ομάδων και παραγόντων που προσπαθούν τεχνητά να εμφανίζονται ως ενιαίο κόμμα. Το ενιαίο κόμμα θεμελιώνει τη λειτουργία του στη συλλογικότητα, όπου συλλογικότητα σημαίνει δημοκρατία, κοινή δέσμευση, κοινή και συνολική ευθύνη.

Τέλος, αντιμέτωπη με πρωτόγνωρα προβλήματα και πορευόμενη πολλές φορές μέσα από αχαρτογράφητες περιοχές, η κυβέρνηση και το κόμμα της Αριστεράς έχουν επίσης ανάγκη από έναν διευρυμένο δημόσιο διανοητικό χώρο, έναν ιστό εστιών σκέψης, έρευνας και επικοινωνίας με τη μορφή ερευνητικών ινστιτούτων, δεξαμενών σκέψης, χώρων επικοινωνίας, καθώς και πυκνή δικτύωση και συνεργασία με αντίστοιχες πρωτοβουλίες στην Ευρώπη και διεθνώς.

 

9. «Ναυπηγώντας εν πλω»

 

Η αριστερή κυβερνησιμότητα ωστόσο δεν μπορεί να κατανοηθεί ως κάτι το δεδομένο, με όρους μιας «προκατασκευής», ως ένα καλοφτιαγμένο πλοίο που αναμένει την ώρα να πέσει και να αρχίσει το ταξίδι του στη θάλασσα. Η αριστερή κυβερνησιμότητα, το χτίσιμο, δηλαδή, της ικανότητας για διακυβέρνηση, ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται στη διαχείριση του υπάρχοντος, μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως μια διαδικασία διαρκής, ως ναυπήγηση που γίνεται «εν πλω», σε συνθήκες μάλιστα μεγάλης θαλασσοταραχής, ως διαδικασία συγκρούσεων και αναδιατάξεων, δοκιμών, αναγνώρισης και διόρθωσης λαθών, εντοπισμού και γενίκευσης θετικών επιτευγμάτων και εμπειριών, μια διεργασία διαρκούς μάθησης. Μέσα από ποιες διαδικασίες και σε ποιους χώρους μπορεί να γίνει αυτό; Του κόμματος ή της κυβέρνησης; Είναι προφανές ότι αυτή η διαδικασία μάθησης απαιτεί τη συνέργεια και των δύο, κυρίως όμως είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνεται ανοιχτά, μέσα στην κοινωνία, μαζί με τον λαό. Είναι κρίσιμη λοιπόν η σχέση κόμματος – κυβέρνησης και οι βάσεις πάνω στις οποίες αυτή οικοδομείται.

 

10. Σχέση κόμματος και κυβέρνησης: Βάση η κοινή ευθύνη

 

Το κόμμα δεν έχει μέλλον αν λειτουργεί ως χειροκροτητής της κυβέρνησης. Όμως ούτε η κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει χωρίς τη στήριξη του κόμματος. Το σχήμα λοιπόν «άλλο κόμμα, άλλο κυβέρνηση» που χρησιμοποίησε παλιότερα το ΠΑΣΟΚ δεν λειτούργησε και δεν μπορεί να λειτουργήσει, διότι το κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει ως ένας αυτόνομος ή ουδέτερος παρατηρητής που στέκεται απέναντι στην κυβέρνηση, συμμέτοχος στα όποια δικαιώματα, αλλά αμέτοχος στις ευθύνες της διακυβέρνησης. Το κόμμα και η κυβέρνηση συνδέονται με την κοινή ευθύνη για την τύχη του κοινού εγχειρήματος. Αυτή η κοινή ευθύνη, που δεν σημαίνει ούτε ταύτιση ούτε υποκατάσταση, είναι που επιβάλλει τόσο τη στήριξη της κυβέρνησης όσο και την κριτική της για λάθη ή ανεπάρκειες.

Το κόμμα πρέπει να λειτουργεί με τη συνείδηση ότι αποτελεί τον διαχρονικό θεματοφύλακα των αξιών της Αριστεράς και των δεσμών της με τα λαϊκά στρώματα και την κοινωνία. Εξ αυτού του λόγου, πρέπει να έχει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση του κυβερνητικού προγράμματος, απαιτώντας διαρκή και ουσιαστική ενημέρωση στα διάφορα στάδια της υλοποίησής του, τόσο για τα αποτελέσματά του όσο και για τις δυσκολίες που συναντά η εφαρμογή του.

Όμως το κόμμα δεν πρέπει να αρκείται στη μεταβίβαση των αναγκών και των αιτημάτων της κοινωνίας προς την κυβέρνηση, ως ένας μηχανιστικός ιμάντας. Πρέπει να φιλτράρει τις πιέσεις αυτές, να συμβάλλει στη ιεράρχηση των αιτημάτων. Κι αν η κυβέρνηση, υπό την πίεση των αναγκών, διολισθαίνει κάποια φορά προς την υιοθέτηση των εύκολων λύσεων, αντιγράφοντας πρακτικές των κυβερνήσεων του παρελθόντος, το κόμμα είναι αυτό που πρέπει να απαιτεί και να πιέζει διαρκώς για το νέο ήθος και τα νέα πρότυπα διακυβέρνησης που έχει ανάγκη η κοινωνία και τα οποία πρέπει να επιμένει να δημιουργεί μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Ακόμη, η διασφάλιση της συλλογικής λειτουργίας του ενιαίου κόμματος είναι ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί η κρατικοποίηση και ο «καθεστωτισμός», ενώ η ποιοτική αναβάθμιση της λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να γίνει αντιληπτή και ως απάντηση στην κρίση των κομμάτων και της πολιτικής, ως ένα πεδίο στο οποίο η Αριστερά μπορεί και πρέπει να πρωτοπορήσει.

Σπύρος Βελέντζας στο atpreveza.gr: «Ο ΣΥΡΙΖΑ υλοποιεί μία συμφωνία ήττας-συμβιβασμού/Ιστορική αναγκαιότητα να αλλάξει το πελατειακό κράτος»

dcbc95a776b35b53db63d08b99aad395_L

Με αφορμή την διακυβέρνηση της χώρας από το ΣΥΡΙΖΑ και την ιδεολογικοπολιτική συζήτηση στο χώρο της Αριστεράς για το τι εκφράζει στα 2016, το atpreveza.gr ανοίγει έναν πολιτικό διάλογο τοποθετήσεων με στελέχη κομμάτων, φορέων και σχηματισμών.

Φιλοξενούμε αυτή την εβδομάδα τον Σπύρο Βελέντζα, γιατρό και υποψήφιο βουλευτή στις εκλογές του Σεπτεμβρίου με το ΣΥΡΙΖΑ.

-Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μπει σε μία νέα πολιτική φάση. Τι πρέπει να εκφράζει η σύγχρονη Αριστερά, από τη στιγμή που εκλογικά και ενδεχομένως και κοινωνικά εκφράζει ένα κομμάτι που δεν είναι το παλαιό 3-4%;

«Δεν είναι πια το 3-4%, γιατί στο ΣΥΡΙΖΑ έχουν έρθει πρόσωπα και κοινωνικές τάξεις που πριν ψήφιζαν κάποια άλλα κόμματα. Και η μετακίνηση αυτών των ανθρώπων από τα παλαιά κόμματα στο ΣΥΡΙΖΑ, έγινε όχι γιατί ανακάλυψαν τα πλεονεκτήματα της Αριστεράς, αλλά επειδή τα κόμματα που στήριζαν με την πολιτική τους, τους κατέστρεφαν. Με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι πολιτικοί μετανάστες. Αν θα μείνουν ή όχι στο ΣΥΡΙΖΑ έχει να κάνει με το αν θα αποκτήσει ωριμότερους και ισχυρότερους δεσμούς μαζί τους ο ΣΥΡΙΖΑ για να έρθει πιο κοντά τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να εκφράσει ένα ευρύτερο στρώμα ανθρώπων, ώστε να εκφράσει την πλατιά πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων και να υπηρετήσει τα συμφέροντά τους. Με αυτή τη λογική αναφέρεται και η φράση «ταξικότητα» των μέτρων. Με αυτή την έννοια λέγεται. Θέλεις να απαλύνεις τις συνέπειες των μνημονίων και του μνημονίου που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ, εστιάζοντας όμως στα πλατιά λαϊκά στρώματα. Αυτή την έννοια έχει η φράση ταξικότητα των μέτρων. Δε σημαίνει –όπως λέγεται στις φοβερές μονταζιέρες- ότι επιλέγεις αυτούς που ψήφισαν ΝΑΙ στο δημοψήφισμα. Αυτά είναι αστεία πράγματα. Και πως θα γίνει δηλαδή αυτό; Θα υπάρχει ένας νόμος που ονομαστικά θα ξέρεις ποιος ψήφισε ΝΑΙ; Θέλω να πω με αφορμή αυτό, ότι υπάρχει τον τελευταίο καιρό μία πρωτοφανής επίθεση, η οποία έχει να κάνει με παραπληροφόρηση, η οποία έχει να κάνει με μία μονταζιέρα που δημιουργεί καταστάσεις και πράγματα που είναι έξω από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα η περίπτωση του Φίλη, είναι η πιο μεγάλη ανατροπή πραγματικότητας που λες: «Τι γίνεται πια;». Είναι δυνατόν να λειτουργούν έτσι σε μια κοινωνία; Είναι δυνατόν; Γράφτηκε ότι ο Φίλης είπε ότι τα αρχαία είναι παρά φύσιν. Είπε ο Φίλης ότι είναι παρά φύσιν, στην πρώτη γυμνασίου, επειδή τα παιδιά έχουν προβλήματα με τη νεοελληνική γλώσσα να έχουμε τρεις ώρες αρχαία και δύο νέα ελληνικά. Τα ίδια με τους πρίγκηπες και τα βασιλόπουλα. Έλεος πια! Το άσχημο όμως ξέρετε ποιο είναι; Ότι στον κόσμο περνάει αυτό. Ακούω ανθρώπους που έρχονται και τα αναφέρουν. Πρόκειται για προπαγάνδα… Μιλάμε για ανθρώπους υψηλού επιπέδου…».

Η πολιτική που εφαρμόζει η Αριστερά σήμερα απέχει παρασάγγας από ιδρυτικές της αξίες. Μιλάμε για μία αναδιάταξη της Αριστεράς, σε αυτό που εννοούμε με τον όρο ή μία πολιτική μετατόπιση;

«Θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο σε όλους ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται σήμερα δεν είναι πολιτικές της Αριστεράς. Και να υιοθετήσει αυτές τις πολιτικές θεωρώ ότι θα είναι λάθος για το ΣΥΡΙΖΑ. Να γίνει ξεκάθαρο ότι οι πολιτικές αυτές επιβλήθηκαν εκβιαστικά και πραξικοπηματικά τον περασμένο Ιούλιο κάτω από τρομακτική πίεση. Από τη στιγμή που υπέστη μία ήττα και αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει, πρέπει να υλοποιήσει αυτά που συμφώνησε. Αυτά κάνει τώρα. Υλοποιεί μία συμφωνία ήττας-συμβιβασμού που έκανε τον Ιούλιο. Αυτά δεν μπορεί κανείς Αριστερός ούτε να τα υπερασπίζει, ακόμη κι αν ορισμένοι προσπαθούν να τα υπερασπιστούν, επειδή τα ‘’χτυπάει’’ η Δεξιά. Δεν είναι όμως σωστό. Αυτή είναι μία πολιτική ήττας και συνθηκολόγησης που έφερε αυτό το μνημόνιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Αριστερά όμως διαφοροποιείται στο εξής: Θυμάστε τις δηλώσεις ορισμένων ότι αν δεν υπήρχαν τα μνημόνια θα έπρεπε να τα εφεύρουμε, θα έπρεπε να τα ανακαλύψουμε μόνοι μας ή η φράση του Γεωργιάδη ότι θα μας κλέψει τη δόξα ο Τόμσεν…

Η διαφορά είναι ότι εμείς δεν πιστεύουμε ότι αυτή είναι η πολιτική που θα φέρει μπροστά τη χώρα και θα τη βγάλει από το αδιέξοδο. Έπρεπε όμως να υλοποιήσουμε τη συμφωνία και από ‘δω και πέρα θα δοκιμαστεί και η ίδια η Κυβέρνηση. Από τη στιγμή που ολοκληρώνεται η αξιολόγηση, μπήκε στο… τραπέζι το χρέος, εδώ καλείται η Κυβέρνηση να εφαρμόσει μία άλλη πολιτική, που θα απαλύνει τις επιπτώσεις των μνημονίων και από ‘κει και πέρα να δώσει μία άλλη διάσταση στην πολιτική υπέρ των λαϊκών στρωμάτων».

-Η στρατηγική Βαρουφάκη και η αντιμετώπιση των πραγμάτων έπρεπε ή όχι να γίνει; Ήταν σωστή κίνηση;

«Θεωρώ εκ των υστέρων ότι δεν ήταν η σωστή αντιμετώπιση. Γιατί η δημιουργική ασάφεια του Βαρουφάκη ήταν εκείνη που στην ουσία δεν ωφελούσε εμάς, αλλά τους δανειστές. Γιατί η λογική αυτή της ασάφειας μας έσπρωξε μέχρι τον Ιούλιο και με την πλάτη στον τοίχο έπρεπε να δεχθούμε τα μέτρα τους. Αυτό που αποκάλυψε το Wikileaks με τον Τόμσεν και τη Βελκουλέσκου ότι την ίδια τακτική θα προσπαθούσαν να ακολουθήσουν και τώρα.

Προσωπικά πάντα πίστευα ότι υπήρχαν και αυταπάτες στην Αριστερά. Ίσως αυτά να μη χρειάζεται να τα λέει ένας Πρωθυπουργός από το βήμα της Βουλής, αλλά υπήρξε η εξής αυταπάτη:

Έχουμε δίκιο. Και επειδή έχουμε δίκιο και ορθολογικές πολιτικές θέσεις, οι Ευρωπαίοι που είναι ορθολογιστές θα πειστούν για το δίκιο μας. Όμως τελικά αυτός που αποφασίζει δεν είναι αυτός που έχει το δίκιο, αλλά αυτός που έχει τη δύναμη. Και υπήρχε και ένα δόγμα από πλευράς της Αριστεράς ότι θεωρούσαμε ότι αν πούμε ότι φεύγουμε από την ΕΕ θα δεχθούν οποιαδήποτε απαίτηση είχαμε. Αλλά ήδη είχαν θωρακιστεί και είχαν θωρακίσει και τις τράπεζές τους και ένα grexit ίσως ήταν και στις επιθυμίες κάποιων κύκλων από την Ευρωπαϊκή Ένωση».

-Τι πρέπει να εκφράσει η νέα Αριστερά με τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί τώρα και όχι πριν το 2015;

«Είναι μία δύσκολη περίοδος που λειτουργεί η Αριστερά. Πρέπει να βάλει σε προτεραιότητα κάποια πράγματα, κάτι που είναι δύσκολο, από τη στιγμή που θα υπάρχει και στενή επιτροπεία. Σε αυτά τα στενά περιθώρια καλείται να λύσει προβλήματα που έχουν να κάνουν με πολλές πλευρές της ελληνικής κοινωνίας. Και οικονομικά, για το πώς διαχειρίζεσαι τον πλούτο της κοινωνίας και πως τον μοιράζεις. Πώς γίνεται αναδιανομή. Η άποψη της Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η αναδιανομή αυτή να είναι υπέρ των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων. Αυτή τη λογική έχει άλλωστε και η φορολογία. Με την έννοια ότι αναδιανέμει τον πλούτο. Δίνεις έναν κοινωνικό μισθό, κάνεις κοινωνικά έργα. Δίνεις κράτος πρόνοιας, μισθούς, κάνεις παιδεία, υγεία. Πράγματα που έχουν να κάνουν με την εξυπηρέτηση στρωμάτων και τάξεων που δεν θα είχαν την πρόσβαση σε αυτά αν η παιδεία και η υγεία ήταν ιδιωτικά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Άρα είναι εξόχως δημοκρατικό ότι υπάρχει φορολόγηση, εφόσον λειτουργείς με αυτή τη λογική. Εγώ δε θα σπούδαζα αν δεν υπήρχε δωρεάν παιδεία. Ο πατέρας μου τσαγκάρης ήταν. Και πολλοί άλλοι, όχι μόνο εγώ. Είναι πολύ σημαντικά ζητήματα αυτά, που έχουν να κάνουν με την εφαρμογή μίας ευρύτερης οικονομικής πολιτικής, για να ενισχυθούν κάποια χαμηλά στρώματα. Υγεία, παιδεία, συγκοινωνία, επικοινωνίες. Όλα τα δημόσια αγαθά.

Είναι επίσης σημείο καίριο, όλο αυτό που από την ίδρυση του ελληνικού κράτους δεν έχει γίνει ποτέ. Μπορεί να φανεί λίγο οξύμωρο, που το λέω εγώ που είμαι στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, αλλά οφείλει να το κάνει η Αριστερά. Είμαστε στην ουσία ένα απαρχαιωμένο κράτος, ένα βιλαέτι από την εποχή της Τουρκοκρατίας, που ποτέ δεν έγινε ένα σύγχρονο κράτος. Γι’ αυτό λέω ότι είναι λίγο οξύμωρο, που το αναφέρω ως Αριστερός. Η Ελλάδα πρέπει να γίνει ένα σύγχρονο αστικό κράτος. Ο Λένιν έλεγε το 1917 όχι ότι θα κάνουμε σοσιαλισμό, αλλά ότι πρώτα πρέπει να εκπληρώσουμε τα αστικοδημοκρατικά μας καθήκοντα. Άρα πρέπει πρώτα να φτιάξουμε ένα κράτος, απρόσωπο, που θα βλέπει τον πολίτη ως πρόσωπο και όχι ως πελάτη. Το κράτος των πελατειακών σχέσεων ήταν ένα από τα στοιχεία που μας έφτασε εδώ που μας έφτασε. Είναι σημαντικό, κυρίαρχο και είναι ιστορική αναγκαιότητα να αλλάξει αυτό το πράγμα. Πέρασε ένας νόμος, του Βερναρδάκη, που δεν έγινε πολύ γνωστός και αφορά τη διοίκηση του κράτους. Κάνει τομές προς αυτή την κατεύθυνση για να χτυπηθεί το πελατειακό κράτος».

-Λαϊκή αντίδραση και εργατικό κίνημα.  Αν θεωρήσουμε πως βρίσκεται σε μία κάμψη, προφανώς δεν είναι επειδή στηρίζει την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Κουράστηκε κάπως ο κόσμος;

«Ο κόσμος είχε περισσότερες προσδοκίες από το ΣΥΡΙΖΑ. Και πίστευε ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να λυθούν τα πράγματα. Και οι προσδοκίες του δεν έχουν ικανοποιηθεί. Ο κόσμος έχει συνηθίσει να περιμένει τις λύσεις των προβλημάτων του, αναθέτοντας σε μία Κυβέρνηση να τα λύσει και όχι συμμετέχοντας. Δυστυχώς είναι χρόνια τώρα που συμβαίνει αυτό. Οι πολίτες κάθονται στον καναπές τους, ψηφίζουν και περιμένουν να λυθούν τα προβλήματα. Αυτό δεν είναι σωστό. Είναι πολύ σημαντική η συμμετοχή του κόσμου στη διεκδίκηση και λύση των προβλημάτων και όχι η ανάθεση. Από αυτή την άποψη θεωρώ ότι ο κόσμος έχει μάλλον απογοητευτεί.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πίστευε ότι αυτά που έλεγε μπορούσε να τα εφαρμόσει. Δεν έλεγε ψέματα, μόνο και μόνο για να πάρει την ψήφο. ΤΑ ΠΙΣΤΕΥΕ! Βρέθηκε όμως σε ένα αδιέξοδο και έγινε αυτό που έγινε. Άσχετα από αυτά που λέγονται, ο κόσμος πιστεύω ότι έχει καταλάβει ότι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτός που διαπραγματεύτηκε. Με λάθη, με αδυναμίες, με αυταπάτες, αλλά πάλεψε… Από ‘δω και πέρα ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πείσει ότι μπορεί να εφαρμόσει διαφορετική πολιτική. Δε νομίζω πάντως ότι ο κόσμος θα επιστρέψει στο παλιό πολιτικό κατεστημένο, το οποίο είναι απαξιωμένο».

Συνέντευξη Κώστα Μπάρκα στη Κυριακάτικη KONTRA NEWS.

foto BARKAS

Δημοσιογράφος: Πώς βλέπετε τις εξελίξεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο, μετά το θέμα Μουζάλα και όσα ακολούθησαν;

Κώστας Μπάρκας: O αναπληρωτής Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννης Μουζάλας, έχει εργαστεί συστηματικά για τη διαχείριση των αυξανόμενων προσφυγικών ροών και όλοι γνωρίζουν ότι αγωνίζεται κάτω από αντίξοες συνθήκες, καθώς  κάποιες χώρες επέλεξαν, μονομερώς, να κλείσουν τα σύνορά τους, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο και το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Σ΄ αυτό το δύσκολο περιβάλλον, ο Γιάννης Μουζάλας αποδεικνύει έμπρακτα ότι μπορούμε να εφαρμόσουμε πολιτικές, οι οποίες στηρίζονται στις αξίες της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, αρκεί να το θέλουμε.

Αναφορικά με την επίμαχη φράση, κατανοώ την ευαισθησία του ελληνικού λαού για το ονοματολογικό. Ωστόσο, πρόκειται για λάθος εκ παραδρομής και ο ίδιος ο Υπουργός ζήτησε συγγνώμη. Δε νομίζω ότι σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα θα γινόταν τόσος θόρυβος για ένα λεκτικό ατόπημα.

Δημοσιογράφος: Πόσο πιστεύετε ότι θα επιδράσουν στην εικόνα της κυβέρνησης;

Κώστας Μπάρκας: Η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζει  μια οικονομική και μια προσφυγική κρίση. Και δίνει όλες τις δυνάμεις της για να υπερβούμε αυτή τη διπλή κρίση. Η αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης στη διαχείριση  του Προσφυγικού και στην προσπάθεια που γίνεται να κλείσει η αξιολόγηση με τους Θεσμούς, ώστε να ρυθμιστεί το δημόσιο χρέος  μας και στη συνέχεια  να ακολουθήσουμε το δρόμο της προκοπής και της ανάπτυξης,  θα κρίνουν την εικόνα της σε τελική ανάλυση. Πιστεύω ότι αυτή είναι η ουσία. Άλλωστε, αυτό αποδεικνύεται όχι μόνο από τις δημοσκοπήσεις, αλλά και από τα μηνύματα που εισπράττω στην εκλογική μου περιφέρεια, το Νομό Πρέβεζας.

Δημοσιογράφος: Οι σχέσεις σας με τους Ανεξάρτητους Έλληνες είναι πλέον διαφορετικές απ’ ότι ως τώρα;

Κώστας Μπάρκας:  Έχουμε μάθει μέσα από το διάλογο και τη συνεργασία να λύνουμε κάθε διαφωνία που προκύπτει. Σας διαβεβαιώνω, ότι οι σχέσεις των κυβερνητικών εταίρων, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., διαπνέονται από εμπιστοσύνη και αλληλοσεβασμό. Ως εκ τούτου, η κυβερνητική  πλειοψηφία είναι σταθερή και διαθέτει συνοχή.

Δημοσιογράφος: Φοβάστε ότι το προσφυγικό μπορεί να αποτελέσει θρυαλλίδα για εξελίξεις στο εσωτερικό της  χώρας;

Κώστας Μπάρκας: Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η κρίση που αντιμετωπίζουμε με το Προσφυγικό, πηγάζει από τις πολεμικές συρράξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, οι οποίες έχουν ως επίκεντρο τη κρίση στη Συρία. Αντικειμενικά, είναι μια δύσκολη κατάσταση. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί τη μεγαλύτερη μετακίνηση ανθρώπινου πληθυσμού στην Ευρώπη μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Επομένως, μπορείτε εύκολα να καταλάβετε ότι το Προσφυγικό είναι  μία  διεθνής κρίση, με ευρωπαϊκές προεκτάσεις, που θέτει σε κίνδυνο τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και παίρνει αποφάσεις.  Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση διεκδικεί η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά να είναι οι βασικές αξίες, πάνω στις οποίες θα βασιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση για την επίλυση της κρίσης.  Διεκδικεί να τηρούνται οι κοινές αποφάσεις. Επιπρόσθετα, διεκδικεί να μοιραστούμε, όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., την ευθύνη απέναντι σε μια κρίση που μας υπερβαίνει.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να έχει μέλλον, όταν είναι μια Ένωση συνευθύνης και δίκαιου, δημοκρατικού αναλογικού διαμερισμού των δυσκολιών που αντιμετωπίζει.  Μια Ευρωπαϊκή Ένωση α λα καρτ, πιστεύω, δεν έχει προοπτική, καθώς το μόνο που πετυχαίνει είναι η αναβίωση των εθνικισμών του παρελθόντος.

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι οι εξελίξεις στο εσωτερικό είναι συνυφασμένες με την πολιτική ωριμότητα, που θα επιδείξουν τόσο οι πολίτες, όσο και οι πολιτικοί της Ευρώπης.

Δημοσιογράφος: Βλέπετε ότι αυτό το κύμα των προσφύγων που διογκώνεται είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από  την παρούσα κυβέρνηση;

Κώστας Μπάρκας: Η Ελλάδα έχει εκπληρώσει  τις υποχρεώσεις της, ως ενεργό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ολοκληρώσαμε τα hotspots στα νησιά. Ταυτοποιήσαμε  κάθε πρόσφυγα ή μετανάστη που ήρθε στη χώρα μας και συνεχίζουμε να το κάνουμε. Κατασκευάζουμε κέντρα προσωρινής φιλοξενίας για τους πρόσφυγες και οι αρμόδιοι Υπουργοί δουλεύουν καθημερινά για να ανακουφίσουμε τον πόνο των προσφύγων.

Εμείς,  οι Ελληνίδες και οι Έλληνες, επειδή γνωρίζουμε από προσφυγιά, θα βάλουμε «πλάτη» και θα κάνουμε το καθήκον μας, βοηθώντας όσους έχουν ανάγκη. Γιατί,  οι δικές μας αξίες και τα ιδανικά μας, ο δικός μας πολιτισμός επιβάλλει  να προστατεύσουμε τους ξεριζωμένους συνανθρώπους μας.

Ωστόσο, όπως τόνισα νωρίτερα, επειδή το Προσφυγικό είναι διεθνές θέμα, για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, χρειάζεται η Ευρώπη να αναλάβει τις ευθύνες της. Και εδώ υπάρχει ζήτημα. Γιατί, για παράδειγμα, ενώ υπάρχει απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από τον Σεπτέμβρη του 2015 για μετεγκατάσταση των προσφύγων στην ενδοχώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση  προχωράει με ρυθμούς «χελώνας» αυτή τη διαδικασία;

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι  η κυβέρνηση υπερασπίζεται τα συμφέροντα της χώρας μας στο ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι και δε θα επιτρέψει, σε καμία περίπτωση , να γίνουμε αποθήκη ψυχών.

 Δημοσιογράφος: Εκτιμάτε ότι μπορεί να οδηγηθούμε σε μία πρόωρη εκλογική αναμέτρηση με όλα τα σημερινά δεδομένα και παρά τη θέληση της κυβέρνησης;

Κώστας Μπάρκας: Η κυβέρνηση διαθέτει νωπή λαϊκή εντολή και παλεύει για να πραγματοποιήσει τις προεκλογικές της δεσμεύσεις. Επειδή κάνουμε πραγματικές μεταρρυθμίσεις, τομές θα τις χαρακτήριζα, όπως για παράδειγμα η ρύθμιση του άναρχου ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα μάς πολεμούν και εξυφαίνουν σενάρια για οικουμενικές, δήθεν αποσταθεροποίηση της χώρας κ.α. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα ότι η ελληνική κυβέρνηση κάνει καλά τη δουλειά  της και υπηρετεί  τη λαϊκή εντολή που έλαβε στο ακέραιο, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.

Δημοσιογράφος: Ως κυβερνητικός βουλευτής θα ψηφίσετε οτιδήποτε φέρει η κυβέρνηση στη Βουλή σε σχέση με ασφαλιστικό και φορολογικό;

Κώστας Μπάρκας:  Η  ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι είναι εφικτή η επίτευξη συμφωνίας με τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι τις 25 Μαρτίου. Πιστεύω ότι  η αξιολόγηση θα επιτευχθεί χωρίς μεγάλες αλλαγές, βάσει των προτάσεων που έχει καταθέσει η κυβέρνηση και οι οποίες κινούνται απολύτως μέσα στο πλαίσιο της συμφωνίας του καλοκαιριού. Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει κάνει σαφές, σε όλους τους τόνους, ότι δεν πρόκειται να κάνει δεκτές προτάσεις που κινούνται έξω από πλαίσιο της συμφωνίας και θα κινηθεί απολύτως εντός του πλαισίου της λαϊκής εντολής που έχει λάβει από τον ελληνικό λαό.

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι η επικείμενη ψήφιση από τη Βουλή των νομοσχεδίων για το ασφαλιστικό και το φορολογικό, θα ανοίξει το δρόμο για τη ρύθμιση του χρέους και της κατ’ επέκταση προσπάθειας που γίνεται για να ακολουθήσουμε το μονοπάτι της ανάπτυξης και της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους.

Μία απάντηση στον απελθόντα διευθυντή Δ.Δ.Ε. Πρέβεζας…

Την παρακάτω επιστολή-απάντηση στον απελθόντα διευθυντή Δ.Δ.Ε. Πρέβεζας, κ. Μπέλλο (διαβάστε ΕΔΩ) απέστειλε ο κ. Πέτρος Τσάπες, αιρετός στο ΑΠΥΣΔΕ ΗΠΕΙΡΟΥ:

Παρασκευή, 05 Φεβρουαρίου 2016 11:01

«Κύριε Μπέλλο, οι αναφορές στην ευχαριστήρια επιστολή σας  για «Περιφερειακό κέντρο διαλογής ανθρώπων» και «για ανθρώπους που στη ζωή τους δεν έχουν διοικήσει ούτε κοτέτσι» σας αδικούν. Λυπάμαι.

Λυπάμαι γιατί απαξιώνετε όλους, το συμβούλιο επιλογής αλλά και τους συνυποψήφιούς σας. Δεοντολογικό θα  ήταν να αναφέρετε ότι εκτός από εσάς, υπήρχαν και άλλοι δύο υποψήφιοι. Και ότι ο επιλεγείς ως Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης  Πρέβεζας είχε περισσότερα προσόντα από σας, μοριοδοτούμενα ή  συνεκτιμώμενα (μεταπτυχιακό, διδακτορικό με βαθμό άριστα, πλούσιο  συγγραφικό έργο, επιστημονικές δημοσιεύσεις, διοικητική εμπειρία  κ.λ.).

Σε ό,τι με αφορά δεν κριθήκατε ακατάλληλος για παροχή  διοικητικού έργου, κρίθηκε καταλληλότερος ο επιλεγείς υποψήφιος.
Γνωρίζετε εσείς «που εφτά φορές είχατε πάει σε συμβούλια επιλογής», ότι η στάση των συμβουλίων στο παρελθόν ήταν ιδιαίτερα φιλική απέναντι σε υποψηφίους με κριτήριο όχι απαραίτητα τα επιστημονικά ή διοικητικά καθήκοντα.
Αντιπαρέρχομαι την ύβρι, ως  «ανεκδιήγητου αιρετού». Κατανοώ τον θυμό και την πικρία που βγάζουμε σε δύσκολες  στιγμές. Από την Ηγουμενίτσα στα Γιάννινα πηγαίνω συχνότατα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ως αιρετός στο ΑΠΥΣΔΕ Ηπείρου για συνεδριάσεις του υπηρεσιακού συμβουλίου, για επισκέψεις στα  σχολεία, και ως γονέας, αφού στα Γιάννινα ζουν τα παιδιά μου, που είναι φοιτητές. Γι αυτό πηγαίνω στα Γιάννινα, όχι για αναζήτηση συμβουλών από σας.
Η αναφορά σας για «συνεργασία στο μέλλον κάτω από διαφορετικές προϋποθέσεις αφού η καταχνιά που βαραίνει την Ελλάδα θα διαρκέσει λίγο», εκλαμβάνονται μόνο ως προσπάθεια επίδοσης διαπιστευτηρίων και μελλοντικής σας αξιοποίησης.
Θα ανέμενα όμως κύριε Μπέλλο, από σας που έλαχε η καλή τύχη  «να υπηρετήσετε ως εκπαιδευτικός σε όλους τους τύπους σχολείων και να εξαντλήσετε την διοικητική ιεραρχία», να ευχηθείτε με μεγαλείο ψυχής στον νέο Διευθυντή Εκπαίδευσης Πρέβεζας τουλάχιστον καλή επιτυχία στο έργο του για το καλό όλων μας, ιδιαίτερα των παιδιών».

Πέτρος Τσάπες

 

Μπροστά στο νέο έτος, 2016.

Άλλος ένας χρόνος φεύγει σε λίγες μέρες. Ένας χρόνος διαφορετικός από τους άλλους για τη χώρα μας, για την Ευρώπη. Ένα μικρό κόμμα στην καρδιά της, αντιτάχθηκε στις πολιτικές λιτότητας της παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης οικονομίας και αναδείχτηκε στην Κυβέρνηση, ψηφισμένο τρεις φορές από την πλειοψηφία του Ελληνικού λαού. Τη δεύτερη φορά μάλιστα, έχοντας υπογράψει μια δυσβάσταχτη συμφωνία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, πέρα και έξω από το πρόγραμμά του, πράγμα που ανοιχτά ομολόγησε δημόσια. Από την πρώτη στιγμή όλοι αυτοί, που έχασαν την κυβερνητική εξουσία στη χώρα μας, αλλά και οι ευρωπαίοι δανειστές, που δεν ήθελαν μια αριστερή κυβέρνηση να αμφισβητεί την κυριαρχία τους, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μείνει μια παρένθεση στην πολιτική ζωή του τόπου. Πάσης φύσεως μηχανισμοί ντόπιοι και ξένοι, τοπικοί και πανελλαδικοί, δεξιοί και «αριστεροί» επιστρατεύτηκαν να μειώσουν με κάθε μέσο θεμιτό και αθέμιτο το κύρος της πρώτης Αριστερής Κυβέρνησης. Με μικρή κυβερνητική πείρα, χωρίς πραγματική εξουσία, με όλο το τρίγωνο της αμαρτίας εναντίον, με πρωτόγνωρες εξωτερικές (π.χ. προσφυγικό) και εσωτερικές (π.χ. ανεργία) συνθήκες, παλεύει να κρατήσει την κοινωνία όρθια.

Παρά τις δυσκολίες, παρά τις επιθέσεις, παρά τις εσωτερικές αναταράξεις, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να αποτελεί την μεγάλη ελπίδα των πολιτών για την έξοδο από την κρίση. Είναι κοινός τόπος ότι έχει δημιουργήσει, πέρα από τις σοβαρές επιτυχίες στην Ελλάδα, μια δυναμική στην Ευρώπη, για τους Πορτογάλους και πρόσφατα για τους Ισπανούς, που αλλάζει τις ισορροπίες προς όφελος των λαών.

Ο δρόμος είναι μπροστά μας, το στοίχημα πρέπει να κερδηθεί. Είμαστε αισιόδοξοι για την απαλλαγή της χώρας από την επιτροπεία, είμαστε αισιόδοξοι για την απομείωση του χρέους, την πάταξη της φοροδιαφυγής, της διαφθοράς, του λαθρεμπορίου, είμαστε αισιόδοξοι για τις συντάξεις, για την εκκαθάριση του τηλεοπτικού τοπίου, για την μεταρρύθμιση στην Υγεία, την Παιδεία και πολλά άλλα προβλήματα που ζητούν επίμονα λύση.  Όλα θα κριθούν εκ του αποτελέσματος. Ο κόσμος θέλει αποδείξεις για τις καλές μας προθέσεις. Εμείς θα είμαστε δίπλα του, να ακούμε τα προβλήματά του, να συζητάμε τις προτάσεις του, να αγωνιζόμαστε μαζί του. Ευχόμαστε, πιστεύουμε, μπορούμε η καινούρια χρονιά 2016 που ανατέλλει να είναι καλύτερη. Και ο ΣΥΡΙΖΑ να βγει πιο δυνατός, πιο μαζικός, πιο δυναμικός μέσα από το επικείμενο Συνέδριό του.

 

Γραφείο Τύπου

Νομαρχιακή Επιτροπή ΣυΡιζΑ Πρέβεζας