ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΜΑΥΡΟ…

Γράφει ο Άρης Σπέγγος

Πρώτα παραπληροφόρησαν και παραποίησαν, κάνοντας το άσπρο μαύρο. Μετά ούρλιαξαν, έβρισαν, χυδαιολόγησαν, καταράστηκαν, απείλησαν όλους όσους προσπάθησαν να μιλήσουν με τη φωνή της λογικής και της πραγματικής αγάπης για τη χώρα.Χρησιμοποίησαν – και νομιμοποίησαν – όλο το αποκρουστικό οπλοστάσιο της καθυστερημένης υστερικής πατριδοκαπηλείας που διαχρονικά ενδημεί σε αυτήν την έρημη πατρίδα, στρέφοντας ένα…
μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας – που ασφαλώς έχει και το ίδιο μεγάλες ευθύνες… – προς ακραία λαϊκιστικές, ξενοφοβικές και ξεκάθαρα ακροδεξιές ατραπούς. Ατραπούς που αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για το μέλλον της χώρας εάν επικρατήσουν ως πολιτική πρόταση…Στην προσπάθεια τους αυτή, βρήκαν πρόθυμους αρωγούς όχι μόνο στην ακροδεξιά που είδε την απεχθή ρητορική της αλλά και τις τραμπούκικες πρακτικές της να αποκτούν ηγεμονικό ρόλο στο δημόσιο λόγο, αλλά και σε ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό φάσμα, από Λεβέντηδες μακεδονομάχους της συμφοράς, μέχρι ΚΙΝΑΛΛιτες που αναζητούσαν σωσίβιο πολιτικής επιβίωσης, ακόμα και σε παραζαλισμένους δήθεν «επαναστάτες» της πούρας (κάποτε «διεθνιστικής», αλίμονο…) Αριστεράς – όλοι τους ενωμένοι, με μόνο και κοινό στόχο να πέσει αυτή η Κυβέρνηση. Η μόνη που όχι μόνο δεν έστρεψε τα μάτια από ένα εθνικό θέμα που κόστιζε στη χώρα απώλειες σε διπλωματικό αλλά και γεωπολιτικό κεφάλαιο, αλλά χωρίς να υπολογίσει το πολιτικό κόστος, το έλυσε με μια συμφωνία η οποία πανθομολογούμενα πλέον, ήταν όχι μόνο εθνικά επωφελής αλλά ίσως και πολιτικά ετεροβαρής υπέρ της δικής μας χώρας.
Και τώρα, ετοιμάζονται να δρέψουν τους καρπούς των κόπων τους… Βέβαιοι ότι με επιτυχία ξεγέλασαν για άλλη μια φορά το «πόπολο», το οποίο αυτοί – οι αυτοδικαίως νόμιμοι διαχειριστές της εξουσίας, όπως πιστεύουν – μπορούν να κατευθύνουν εκεί όπου επιθυμούν κάθε φορά.
Βέβαιοι, ότι έχουν τη δύναμη να κάνουν τον απλό κόσμο να ψηφίσει ακόμα και ενάντια στο δικό του συμφέρον. Να επιβραβεύσει τον ΟΡΙΣΜΟ της πολιτικής απατεωνιάς.
Τους σταματήσαμε το 2015. Δεν μας το συγχώρεσαν ποτέ. Δείξαμε – και αποδείξαμε – οτι ακόμα και μέσα στη χειρότερη γενικευμένη οικονομική, ανθρωπιστική και πολιτική κρίση που πέρασε η χώρα μας μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρχε και υπάρχει ένας άλλος δρόμος. Πήραμε θέση, διαλέξαμε πλευρά. Με το λαό, από το λαό, για το λαό.
Οι επόμενες εθνικές εκλογές έχουν πολλά να πουν για το τι είναι πραγματικά η Ελληνική κοινωνία. Και για το άμεσο και μεσοπρόθεσμο μέλλον της. Και κρινόμαστε όλοι – ως λαός συνολικά, ως οι πολιτικοί σχηματισμοί που υποτίθεται τον εκφράζουν, αλλά και ο καθένας μας ατομικά ως πολίτης.

Άρης Σπέγγος
Υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία στον Ν. Ιωαννίνων

Να αντιστοιχηθούμε με τους πολίτες που μας στηρίζουν

Του Γιάννη Μπαλάφα*

Για τα δεξιά κόμματα και όσους αντιλαμβάνονται την πολιτική με όρους συναλλαγής και οικογενειοκρατίας, οι εκλογές είναι ένα μέσο με το οποίο καθορίζεται από ποιο ρόλο θα συνεχίσουν να ασκούν εξουσία: Θα έχουν κυβερνητικές ευθύνες ή από θέση αντιπολίτευσης θα παρεμβαίνουν στις ασκούμενες πολιτικές; Η θέση τους και η σχέση τους με την εξουσία είναι κάτι που πιστεύουν ότι τους ανήκει και απλώς κληρονομείται ή εκχωρείται στους δικούς τους εκλεκτούς… Αυτοί είναι οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες» των ζωών μας! Όλοι οι υπόλοιποι είναι – είμαστε «περιστασιακοί σφετεριστές»… Αν το δικό τους παιδί έχει τελειώσει το Χάρβαρντ, δικαιούται άμεσο διορισμό πριν γίνει 25 ετών. Αν εσύ έχεις περάσει κάτι δεκαετίες εργαζόμενος σε θέσεις ευθύνης στον ιδιωτικό τομέα ή διδάσκοντας στα πανεπιστήμια ή αγωνιζόμενος στα κοινωνικά κινήματα, είσαι «ρουσφέτι», είσαι «σκάνδαλο», είσαι «αριστερός του σαλονιού»…

Για εμάς στην Αριστερά (που η σχέση μας με τους πολίτες είναι ή πρέπει να είναι σχέση αλληλεπίδρασης και εμπιστοσύνης) οι εκλογές έχουν και άλλα χαρακτηριστικά: Αποτελούν μήνυμα, είναι και εντολή, για το τι ζητούν από εμάς. Στις 7 Ιουλίου θα μας πουν οι πολίτες τι θέλουν να κάνουμε από τις 8 Ιουλίου.

Το σίγουρο είναι ότι εμείς και στις 8 Ιουλίου θα κάνουμε ό,τι κάναμε πάντα (ανεξάρτητα από θέση ευθύνης): Θα πρωτοστατούμε στα κοινωνικά κινήματα, θα αγωνιζόμαστε για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, θα υπερασπιζόμαστε τους πιο αδύναμους και θα εργαζόμαστε σκληρά όπως έχουμε συνηθίσει…

Όμως μετά από 4,5 χρόνια στην κυβέρνηση (όχι υποχρεωτικά στην εξουσία…) οφείλουμε να ξανακοιτάξουμε από τις 8 Ιουλίου και ορισμένα άλλα σημεία που (κατά την άποψή μου) θα αποτελούν και σημεία της λαϊκής εντολής:

Οι πολίτες είναι σαφές ότι μας έχουν κατατάξει με την ψήφο τους στα «κόμματα εξουσίας». Αυτό μας φορτώνει με ευθύνες. Δεν είμαστε πλέον στην εποχή τού «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά». Οφείλουμε να έχουμε συμπεριφορά, προτάσεις, επεξεργασίες που να υπηρετούν αυτή την αριστερή κυβερνητική προοπτική.

Οι πολίτες έχουν αυξημένες απαιτήσεις από εμάς. Αυτό που μπορεί να είναι ανεκτό για έναν δεξιό πολιτικό, δεν είναι απαραίτητα ανεκτό για εμάς. Δικά μας παιδιά είναι τα παιδιά όλων των Ελλήνων, ισότιμα, δίκαια, διάφανα.

Όλοι κρινόμαστε για την αποτελεσματικότητά μας. Το ότι καταφέραμε να κατεβάσουμε τους δείκτες ανεργίας κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες, είναι ένα μετρήσιμο επίτευγμα. Το ότι ολοκληρώσαμε μια σειρά έργα που επί χρόνια «λίμναζαν», όπως η Ιόνια Οδός που έβγαλε από την απομόνωση την ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Ήπειρο, είναι ένα μετρήσιμο αποτέλεσμα. Ό,τι έμεινε και μένει στον χώρο των «καλών προθέσεων», δεν μας διευκολύνει στα επιχειρήματά μας. Απλά και καθαρά.

Εμείς δεν ήμασταν μόνο κυβερνητικοί βουλευτές, ήμασταν και είμαστε και μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα μας έδωσε και δίνει τεράστιες μάχες (νικηφόρα, κατά την άποψή μου), χωρίς όμως να έχει ακόμα εναρμονιστεί με τον όγκο και τη σύνθεση των υποστηρικτών του. Είναι σαφές ότι πρέπει να αντιστοιχηθούμε με τους πολίτες που μας στηρίζουν. Να τους καλέσουμε να αποφασίσουν αυτοί με ποιον τρόπο θέλουν και μπορούν να συνταχθούν μαζί μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ένα κλειστό κλαμπ ορισμένων πρωτοπόρων πολιτών. Είναι ή πρέπει να γίνει ένα πλατύ κίνημα στο οποίο να ενταχθούν όλοι αυτοί με τους οποίους συναντηθήκαμε προεκλογικά στις πλατείες, στις περιοδείες, στα καφενεία ή (πολύ περισσότερο) στα προοδευτικά ψηφοδέλτια των αυτοδιοικητικών εκλογών.

Οι πολίτες στις ευρωεκλογές μάς έστειλαν ένα μήνυμα που πιστεύω ότι δεν θα επαναληφθεί στις εθνικές εκλογές. Όμως ακριβώς για να μην επαναληφθεί, πρέπει με ειλικρίνεια να το διαβάσουμε, να το αναλύσουμε και να διορθώσουμε ό,τι δεν ήταν πειστικό.

Είμαι απολύτως σίγουρος ότι στις 7 Ιουλίου το μήνυμα θα είναι πολύ διαφορετικό. Αυτό όμως δεν αλλάζει σε τίποτα αυτά που από την επόμενη εμείς οφείλουμε να κάνουμε. Η δική μου Αριστερά ποτέ δεν ήταν ένας εκλογικός μηχανισμός, ήταν πάντα μια μαχητική δημοκρατική δύναμη. Αυτό πρέπει καθημερινά να το επιβεβαιώνει, προσθέτοντας όμως πλέον και την εντολή για να συμπεριφερόμαστε και ως κόμμα εξουσίας. Να αναλαμβάνουμε ευθύνες, να έχουμε ρεαλιστικές προτάσεις, να συγκρουόμαστε με όσους πρέπει, αλλά και να οικοδομούμε συμμαχίες με όσους υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας. Αυτή είναι η εντολή, όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, αυτή είναι η εντολή που περιμένω και στις 7 Ιουλίου.

 

* Ο Γιάννης Μπαλάφας είναι υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στον Νότιο Τομέα της Αθήνας

Τέσσερις εναντίον ενός στο μοναδικό και «βαρετό» ντιμπέιτ

Του Κλέαρχου Τσαουσίδη

Έτσι λοιπόν, το νταηλίδικο «πάμε σε εθνικές εκλογές και να κάνουμε όσα ντιμπέιτ θέλετε» του ατρόμητου κ. Μητσοτάκη κατέληξε σε μια κοινή εμφάνιση των πολιτικών αρχηγών με παράλληλους μονόλογους, χωρίς φυσικά να υπάρξει διάλογος (αυτό σημαίνει debate, αλλά προτιμούν τον αγγλικό όρο, ίσως διότι συμμετέχουν σ’ αυτό απόφοιτοι του Harvard!).

Φυσικά, η αποφυγή διαλόγου από τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι απολύτως επιβεβλημένη για τη διάσωση του όποιου κύρους διαθέτει, ώστε να μη διαπράξει ακόμη ένα ή περισσότερα από τα τραγικά που μας χάρισε τα τρία τελευταία χρόνια. Ο πολυπτυχιούχος του Harvard δεν γνωρίζει τι είπε ο Ρουσό και τι ο Μοντεσκιέ, ποια είναι η διαφορά μεταξύ επταήμερης εργασίας και επταήμερης λειτουργίας, ποιες διεθνείς συνθήκες μπορεί να καταργούνται από μια κυβέρνηση και με τι συνέπειες και πάει λέγοντας.

Ως εκ τούτου, ο Αλέξης Τσίπρας θα παραστεί σε μια σύναξη όπου όλοι οι άλλοι καλεσμένοι θα τον πυροβολούν με ανόητες ή στρεβλωμένες θέσεις. Ποιοι; Ο κληρονόμος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η κληρονόμος του Γιώργου Γεννηματά, ο διαχειριστής του μεταλλαγμένου ΚΚΕ και ο εσχάτως μακεδονοφάγος (πρώην πιτσοφάγος) Βασίλης Λεβέντης.

Το σκηνικό γνωστό και από το παρελθόν: κάθε δημοσιογράφος, εκπρόσωπος καναλιού (!), θα ρωτά έναν πολιτικό αρχηγό με κυκλική διαδικασία ώστε όλοι να ρωτήσουν όλους. Δηλαδή, ο κ. Τσίπρας θα δεχτεί ερωτήσεις από εκπρόσωπους των καναλιών του κ. Βαρδινογιάννη (Star και Alpha), του κ. Αλαφούζου (ΣΚΑΪ), του κ. Σαββίδη (Open), του κ. Κυριακού (AΝΤ1) και της ΕΡΤ. Ελπίζω να μην μπει από το παράθυρο και επίσημος εκπρόσωπος του κ. Μαρινάκη. ο σταθμός του οποίου δεν έχει λάβει ακόμη άδεια από το ΕΣΡ. Έτσι ή αλλιώς, ο κ. Τσίπρας θα πρέπει στον περιορισμένο χρόνο του ή να διαψεύδει τους τέσσερις τερατολόγους ή να απαντά στον δημοσιογράφο.

Η πρώτη βολή ήρθε από τον προφανώς κρυφοσυριζαίο (συγνώμη) Νίκο Χατζηνικολάου που δήλωσε για το… event: «Προσωπικά αποφάσισα να μη μετάσχω στη συγκεκριμένη διαδικασία, θεωρώ ότι είναι βαρετή και δεν οδηγεί πουθενά, καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα να επανέλθει ο δημοσιογράφος με διευκρινιστικές ερωτήσεις, να πιέσει για να πάρει την είδηση».

Ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης από εξωδημοσιογραφικά συμφέροντα δεν είναι κάτι νέο. Στις μέρες μας τείνει να προσλάβει χαρακτηριστικά που καταγράφηκαν την περίοδο της παντοδυναμίας των ομίλων του μακαρίτη Μάξγουελ και του Μέρντοχ στη Μεγάλη Βρετανία ή των μεγαλοτραπεζιτών στη Γαλλία. Τα αποτελέσματα τα λούζονται οι δυο λαοί των άλλοτε υπερδυνάμεων που τρέχουν πίσω από κάθε απίθανο πολιτικό θερμοκηπίου ο οποίος όταν εκπέσει συνήθως γίνεται τακτικός πελάτης των εισαγγελέων.

Η αδυναμία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει το τοπίο στην ενημέρωση, αδυναμία απόλυτα δικαιολογημένη σε ένα κράτος Δικαίου όπου η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, πλην ενίοτε γέρνει, οδηγεί σε ένα μέλλον ζοφερό, διότι οτιδήποτε θετικό έχει πράξει αυτή η κυβέρνηση (ή η όποια επόμενη) θα γίνεται γνωστό μόνον εφόσον συμφωνούν τα σημερινά αφεντικά της «ενημέρωσης». Οι συγκρίσεις με το παρελθόν είναι συντριπτικές.

Τι περιμένουμε λοιπόν από το τάχαμου ντιμπέιτ της 1ης Ιουλίου;

Δεν μπορώ να ξέρω τι σχεδιάζουν οι καθοδηγητές του παλιού πολιτικού συστήματος. Μπορεί ώς τότε να δούμε και άλλα κείμενα σαν αυτό του Σημίτη για θερμό επεισόδιο με την Τουρκία, αναλύσεις γιατί δεν έπρεπε να συγκαλέσει ο κ. Τσίπρας το ΚΥΣΕΑ όταν ακόμη κι ο Βέμπερ ζητάει κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας. Φυσικά, ούτε κουβέντα για τις επιτυχίες της κυβέρνησης να πάρει θέση η Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία, να αναγκάσει την Αλβανία να ξαναδεί την πρακτική της απέναντι στην ελληνική μειονότητα. Και ποιος άκουσε την απίστευτη κωλοτούμπα της Νέας Δημοκρατίας στο θέμα της Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία συμφωνία, αν κυβερνήσει, όχι μόνο δεν θα αλλάξει, αλλά ούτε βέτο για την ενταξιακή διαδικασία της Βόρειας Μακεδονίας δεν θα θέσει;

Πόσο πιο πολύ ψεύτης μπορεί να γίνει ένας Μητσοτάκης;

Με το βλέμμα στην κοινωνία για την πραγματική αναμέτρηση (της Ευαγγελίας Μανιτσούδη)

Από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ ανάλαβε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας το πρώτο μέλημα ήταν η έξοδος από τα μνημόνια και η επιστροφή στην ομαλότητα με την κοινωνία όρθια. Από τότε αναμφισβήτητα και σε πολύ πυκνό πολιτικά χρόνο, έγιναν πολλές οπισθοχωρήσεις, έγιναν λάθη και κινήσεις που δεν είχαν σχέση με τις αξίες μας. Όμως, γνωρίζω καλά ότι όταν δίνεις την μάχη βλέπεις τον τελικό στόχο με τις λιγότερο δυνατές απώλειες. Ό Στόχος επετεύχθη, βγήκαμε από τα μνημόνια αλλά η επιστροφή μιας κοινωνίας κουρασμένης στην κανονικότητα θέλει δρόμο και κόπο. Μην ξεχνάμε ότι τον Αύγουστο βγήκαμε από το μνημόνιο και ακόμη τα αποτελέσματα στην καθημερινότητα του πολίτη δεν έχουν φανεί.
Από τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών επιβεβαιώνεται ότι η μνήμη των πολιτών μικραίνει και πολύ εύκολα το κακό γίνεται καλό και αντίστροφα. Ξεχνάμε γρήγορα!
Ξεχάσαμε ποιος μας έβαλε στα μνημόνια και ποιος μας έβγαλε, ποιος έκλεισε σχολεία, νοσοκομεία, απέλυσε δημοσίους υπαλλήλους και ποιος ανοίγει σχολεία, προσλαμβάνει καθηγητές. γιατρούς και νοσηλευτές.
Κατανοώ όμως την αντίδραση των συμπολιτών μου ως αυθόρμητη και χωρίς να έχουν απόλυτη γνώση των προγραμμάτων του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ .Για αυτό άλλωστε προσπάθησαν νυχθημερόν τα περισσότερα ΜΜΕ που από την Κυριακή το Βράδυ πανηγυρίζουν μαζί με την Αντιπολίτευση, σαν να είχαμε εθνικές εκλογές.
Το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών δεν σημαίνει ότι η κοινωνία συμφωνεί με την ΝΔ, αλλά αντέδρασε και χτύπησε το καμπανάκι στον ΣΥΡΙΖΑ ότι κάτι κάνει στραβά. Στο διάστημα μέχρι τις Εθνικές εκλογές οφείλουμε να μιλήσουμε σε κάθε επαγγελματική, ηλικιακή, κοινωνική ομάδα ξεχωριστά. Είναι αδύνατον οι Δημόσιοι υπάλληλοι να βγάζουν πρώτη δύναμη την ΝΔ, γνωρίζοντας καλά τι έκανε ο Πρόεδρος της ΝΔ ως Υπουργός (κλείσιμο σχολείων, απολύσεις κλπ), οι νέοι που εξαιτίας των πολιτικών επιλογών της ΝΔ έφυγαν στο εξωτερικό(ψάχνοντας για δουλειά ),οι συνταξιούχοι που τους έκοψαν 11 φορές τις συντάξεις.
Άρα, έχουμε πολλή δουλειά και δουλειά ουσίας. Προσωπικά έχω ξαναγράψει ότι δεν επικοινωνείτε όσο απαιτείται το έργο της Κυβέρνησης και αναλωνόμαστε στην ατζέντα της σκανδαλολογίας που τελικά έκανε καλό στην ΝΔ, γιατί δεν φάνηκε όσο έπρεπε τι κάναμε για την κοινωνία.
Με το βλέμμα λοιπόν στην κοινωνία, σε όλους, με θάρρος και ειλικρίνεια και με το δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει έργο να επιδείξει και πρόγραμμα για το μέλλον που θα καλυτερεύσει ουσιαστικά την καθημερινότητα στην ζωή μας..
Εκεί θα γίνει η πραγματική αναμέτρηση και είναι ευθύνη μικρή ή μεγάλη όλων μας.
*Η Ευαγγελία Μανιτσούδη είναι μέλος της Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ Χίου

Η υπεράσπιση της εργασίας ως μοχλός πίεσης για την Ευρώπη των λαών

Του Κώστα Μπάρκα*
Ο Κοινωνικός Πυλώνας, εξαιτίας του ρόλου  που μπορεί να παίξει στην επαναφορά των προστατευτικών εργασιακών ρυθμίσεων και ως εκ τούτου στην αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος του πιο αδύναμου μέρους των εργασιακών σχέσεων, δηλαδή των εργαζομένων, θα αποτελέσει ένα από τα βασικότερα πεδία συγκρούσεων στην Ευρώπη από εδώ και πέρα.

Η κυρίαρχη στρατηγική εξόδου από την κρίση που έπληξε Ελλάδα και Ευρώπη για μια δεκαετία δεν ήταν ουδέτερη. Οι επιλογές της πολιτικής ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αν μη τι άλλο κατά πλειοψηφία, δημιούργησαν τις καταλληλότερες των συνθηκών για μια βίαιη αναδιανομή εισοδήματος, πλούτου και δύναμης από τα κάτω προς τα πάνω. Κεντρική διαδικασία και αναγκαίο όχημα για την παραπάνω τομή στην προηγούμενη αναπαραγωγή της κοινωνικής ισορροπίας αποτέλεσαν η επίθεση στον κόσμο της εργασίας. Με άλλα λόγια, για να γίνουν οι πλούσιοι και ισχυροί πιο πλούσιοι και πιο ισχυροί -ώστε να ξεπεράσουν αλώβητοι μια κρίση που οι ίδιοι δημιούργησαν- πρέπει αντίστοιχα οι φτωχοί και αδύναμοι να γίνουν πιο φτωχοί και πιο αδύναμοι. Η απορρύθμιση της αγοράς μέσα από μια γενικευμένη επαναδιαπραγμάτευση των όρων, των δικαιωμάτων και των καθεστώτων εργασίας των μεσαίων και χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων αποτέλεσε μια κομβική απόφαση.

Οι επιπτώσεις της ιδεολογίας του «αόρατου χεριού της αγοράς» αποδείχθηκαν μοιραίες για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Το μεταφυσικό αυτό χέρι δεν συμβολίζει τίποτε παραπάνω από ένα εξαιρετικά «ορατό» και πραγματικό σύστημα ανταγωνισμού και κοινωνικού αυτοματισμού που αφήνει απροστάτευτους τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες απέναντι στους de facto ισχυρούς του εκάστοτε τραπεζιού. Η αποσάθρωση του εργασιακού τοπίου αποτυπώθηκε σε όλους τους οικονομικούς και τους κοινωνικούς δείκτες, ενώ η αντιστροφή, και όχι απλά η ανάσχεση, αυτής της πραγματικότητας αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση των επόμενων χρόνων. Η όποια επαναφορά στην κανονικότητα, μετά το τέλος μια μακράς περιόδου ύφεσης και καταστρατήγησης βασικών εργασιακών (και δημοκρατικών κατ’ επέκταση) δικαιωμάτων, περνάει αναπόφευκτα μέσα από την επαναφορά της κανονικότητας στην εργασία.

Την ίδια στιγμή, η έκρηξη των ανισοτήτων, η διάρρηξη των παραδοσιακών σχέσεων εκπροσώπησης -ειδικά στην περίπτωση της ενσωμάτωσης στο νεοφιλελεύθερο πολιτικό σχέδιο των κομμάτων της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας- αλλά και η υιοθέτηση ενός μισαλλόδοξου λόγου από τη συντηρητική (και όχι μόνο) κομματική οικογένεια, ειδικά ενώπιον της νέας συνθήκης που δημιούργησε το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα, επέτρεψαν στο ακροδεξιό και εθνικιστικό αφήγημα να επανεμφανιστεί ως μια «λαϊκή εναλλακτική», μια «αντισυστημική επιλογή». Με άλλα λόγια, για να επιτευχθεί ο στόχος που περιγράψαμε παραπάνω, είναι εξίσου ζωτικής σημασίας οι φτωχοί και αδύναμοι να θεωρούν πως για το βιοτικό τους επίπεδο ευθύνονται κάποιοι εξίσου φτωχοί και αδύναμοι, με διαφορετική εθνική, θρησκευτική ή ακόμα και έμφυλη ταυτότητα από τους ίδιους.

Οι αγώνες όμως των λαών της Ευρώπης και η αντίστοιχη αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού δύναμης σε χώρες όπως η Ελλάδα και αργότερα η Ισπανία και η Πορτογαλία, σε συνδυασμό με μια όψιμη αλλά κρίσιμη επιστροφή κομματιών της σοσιαλδημοκρατίας προς τις συγκροτητικές αρχές αυτής, απέδειξαν πως το μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται στις δυνάμεις που αντιλαμβάνονται την ανάγκη για περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, περισσότερη ελευθερία και ισότητα.

Το 2017, αναγνωρίζοντας την ανάγκη μιας ενιαίας επαναρύθμισης του εργασιακού τοπίου στο σύνολο των χωρών της ένωσης, υιοθετήθηκε ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Πυλώνας, με την κοινή διακήρυξη Συμβουλίου, Ευρωκοινοβουλίου και Κομισιόν, κατά την «Κοινωνική Σύνοδο» στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας: ίσες ευκαιρίες και πρόσβαση στην αγορά εργασίας, δίκαιοι όροι εργασίας και κοινωνική προστασία και ένταξη. Τρεις πολιτικές κατευθύνσεις οι οποίες άπτονται 20 βασικών αρχών. Σε αντίθεση όμως με το Σύμφωνο Σταθερότητας ή άλλες ευρωπαϊκές οδηγίες, ο Κοινωνικός Πυλώνας δεν συνοδεύεται από κάποια διαδικασία νομοθετικής δεσμευτικότητας η οποία θα προβλέπει κυρώσεις για τυχόν παραβιάσεις αυτών των βασικών αρχών.

Είναι σαφές πως ο Κοινωνικός Πυλώνας, εξαιτίας του ρόλου που μπορεί να παίξει στην επαναφορά των προστατευτικών εργασιακών ρυθμίσεων και ως εκ τούτου στην αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος του πιο αδύναμου μέρους των εργασιακών σχέσεων -δηλαδή των εργαζομένων-, θα αποτελέσει ένα από τα βασικότερα πεδία συγκρούσεων στην Ευρώπη από εδώ και πέρα. Με αφορμή τον Πυλώνα, θα εκφραστούν ξανά δύο κυρίαρχα αντιπαραθετικά πολιτικά σχέδια. Το πρώτο, αυτό της απελευθερωμένης οικονομίας, που ευνοείται από το να παραμείνουν οι αρχές αυτές ως ένα ευχολόγιο που δεν θα δεσμεύσει κανένα κράτος και κανέναν εργοδότη, εκφράζεται από τη Δεξιά και τους πολιτικούς της συμμάχους.

Το δεύτερο σχέδιο είναι αυτό που πρεσβεύουμε εμείς. Ενα σχέδιο που στήνει συμμαχίες με τον κόσμο της εργασίας, που θεωρεί τα εργασιακά δικαιώματα ως οργανικό στοιχείο της δημοκρατίας, που δεν πιστεύει πως η επισφάλεια μπορεί να είναι το εργασιακό μέλλον των νέων, που δεν θεωρεί την ανισότητα φυσική κατάσταση ή κίνητρο για αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Είναι το σχέδιο που κατάφερε να επαναφέρει τις βασικές αρχές των συλλογικών συμβάσεων, να αυξήσει κατά 11% τον κατώτατο και να καταργήσει τον υποκατώτατο μισθό, να μειώσει την ανεργία κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες, να κερδίσει μεγάλες μάχες ενάντια στην εργοδοτική αυθαιρεσία, να ευνοήσει τη δημιουργία 400.000 νέων θέσεων εργασίας μέσα σε 4 χρόνια. Οι ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου έχουν ένα και μόνο επίδικο: ποιο σχέδιο από αυτά τα δύο θα υπερισχύσει την επόμενη μέρα. Η απάντηση πρέπει να δοθεί από τα κάτω και από τα αριστερά για μια Ευρώπη των πολλών, μια Ευρώπη των λαών της.

* Υφυπουργός Εργασίας και βουλευτής Πρέβεζας

Πρέβεζα, Ήπειρος, χώρος, δίκτυα

Του Χρήστου Κοτσίνη*

-Αναδημοσίευση από την “Αυγή”

Η Πρέβεζα υπήρξε ιστορικά μια πόλη – λιμάνι (port – city) και η σημερινή πόλη αποτελεί εξέλιξη αυτού του ιδιαίτερου λειτουργικού δίπολου. «Η πόλη – λιμάνι είναι ένα ισχυρό δίπολο, με δύο ισοσκελή χωρικά στοιχεία, το λιμάνι και την πόλη, που δημιουργούνται και εξελίσσονται παράλληλα, αναπτύσσοντας έντονους δεσμούς εξάρτησης και στενές χωρικές και λειτουργικές σχέσεις.» Γενικά, οι πόλεις – λιμάνια χαρακτηρίζονται από τη γραμμική τους ανάπτυξη παράλληλα στο υδάτινο μέτωπο, δεν έχουν ελεύθερους χώρους και γι’ αυτές κέντρο (αγορά) είναι το λιμάνι τους.

Όμως «τα λιμάνια είναι περισσότερο ευαίσθητα στα τερτίπια της Ιστορίας από ό,τι άλλες περιοχές», γιατί πολύ απλά αποτελούν μέρος ενός ευαίσθητου σε τεχνολογικές εξελίξεις δικτύου. Έτσι διεθνείς εξελίξεις, όπως αλλαγές στο μέγεθος και των τύπο των πλοίων, νέες τεχνολογίες μεταφορών (π.χ. cargo) κ.ά., απαίτησαν περισσότερο χώρο υδάτινο και χερσαίο για να θεωρείται ένα λιμάνι λειτουργικό. Ταυτόχρονα, εθνικές εξελίξεις, όπως η διάνοιξη αμαξιτών δρόμων, μεταπολεμικά έκαναν το λιμάνι της Πρέβεζας να δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τις αλλαγές και έδωσαν χώρο στην ανάδειξη της Ηγουμενίτσας ως δυτικής πύλης της χώρας. Σήμερα η διεκδίκηση της συνέχειας της εμπορικής χρήσης του λιμανιού της Πρέβεζας αποδεικνύει πως πολλά έχουν αλλάξει γι’ αυτό.

Ιστορικά λοιπόν η πόλη της Πρέβεζας κατείχε τη θέση του διακομιστικού κέντρου της Ηπείρου, και χάνοντάς την, οδηγήθηκε τα τελευταία χρόνια σε μια έντονη και αγωνιώδη προσπάθεια αναζήτησης ταυτότητας και ρόλου στον ευρύτερο χώρο.

Οι πόλεις – λιμάνια έχουν άλλη μια ιδιαιτερότητα σχετικά με άλλες πόλεις: δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κεντρικοί – τόποι. Το 1933 ο Γερμανός γεωγράφος Christaller χαρακτήρισε κεντρικούς – τόπους αυτούς που αναπτύσσονται ακτινωτά σε κεντρικό σημείο μιας ευρύτερης περιοχής η οποία αποτελεί την ενοδοχώρα τους, με μικρότερης εμβέλειας οικισμούς. Τέτοιου τύπου πόλεις στην Ήπειρο είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, η Άρτα και τα Γιάννενα.

Ας δούμε τώρα σε ποιον χώρο ανήκει η Περιφέρεια της Ηπείρου: Η βαλκανική χερσόνησος, ο ευρύτερος χερσαίος γεωγραφικός μας χώρος διαιρείται από δύο γεωγραφικούς άξονες. Ο ένας ξεκινά από την Μαύρη Θάλασσα και μέσω της οροσειράς του Αίμου και των Αλβανικών Άλπεων καταλήγει στη Σκόδρα, χωρίζοντας έτσι Βορρά και Νότο, και ο άλλος, κάθετος -στα νότια που μας ενδιαφέρουν είναι πιο σαφής και διακριτός-, είναι ο υδροκρίτης Βελουχίου, Αγράφων, Πίνδου και Γράμμου. Το νοτιοανατολικό κομμάτι που προκύπτει από αυτούς τους άξονες μαζί με την Πελοπόννησο, ανήκει στον ευρύτερο Αιγαιοκεντρικό χώρο -καρδιά των εξελίξεων ιστορικά το Αιγαίο-, ενώ το νοτιοδυτικό υπάγεται στον λεγόμενο Αδριατικοκεντρικό.

Έτσι έχουμε την εξής χωρική εξίσωση να λύσουμε: Έχουμε μια Περιφέρεια του ελλαδικού κράτους που δεν ανήκει στον ίδιο χώρο με τις υπόλοιπες Περιφέρειες της χώρας και αποτελεί πύλη στη Δύση μέσω της Αδριατικής, στην οποία υπάρχουν τέσσερα αστικά κέντρα με διαφορετική υπόσταση και ιστορική πορεία: δύο πόλεις κεντρικοί – τόποι (Άρτα, Γιάννενα) και δυο πόλεις – λιμάνια (Πρέβεζα, Ηγουμενίτσα).

Οι κεντρικοί αυτοί ιστορικοί τόποι της Ηπείρου, αναπτυσσόμενοι περαιτέρω μεταπολεμικά στο πλαίσιο της αστικοποίησης, αναγκαστικά λειτούργησαν ως ελκυστές των διεθνικών δικτύων. Η Εγνατία δεν θα μπορούσε να μην περνάει από τα Γιάννενα, ούτε η Ιονία να μην περνάει από την Άρτα. Τέλος, η Ηγουμενίτσα αυτόματα, αφού διατηρεί τον ρόλο της ως πόλη – λιμάνι σε αντίθεση με την Πρέβεζα, έλκει, με την ίδια λογική -αλλά και γεωγραφικά-, την αφετηρία της Εγνατίας. Έτσι φτάνουμε στο σήμερα, με αποτέλεσμα οι οδοί Εγνατία και Ιονία να διασχίζουν τους τρεις από τους τέσσερις νομούς της Ηπείρου, τα τρία απο τα τέσσερα αστικά της κέντρα.

Η γεωγραφία κάποιου τόπου μπορεί να αναδείξει ιδανικές για ανάπτυξη συνθήκες, ανάλογα με τις απαιτήσεις της εποχής, ενώ ταυτόχρονα, εξαιτίας αυτού, δημιουργεί αδικίες αλλού, αναπτύσσει χωρικές παθογένειες και ανισορροπίες. Μια τέτοια παθογένεια είναι αυτή που προσπάθησα να περιγράψω παραπάνω. Μια από τις πόλεις της Ηπείρου, ένας από τους νομούς της, έμεινε εκτός δικτύων, ενώ ιστορικά -οποία αντίφαση- αποτελούσε βασικό κόμβο δικτύου. Η παραλιακή εθνική οδός Πρέβεζας – Ηγουμενίτσας έχει παραμεληθεί, ενώ χρήζει αναβάθμισης, η σύνδεση της Πρέβεζας με την Εγνατία μέσω Τύριας ακυρώθηκε, ενώ η σύνδεση με την Ιόνια στη Γέφυρα Καλογήρου καθυστερεί, αν δεν καρκινοβατεί.

Η χωρική παθογένεια που προσπάθησα να περιγράψω είναι σαφέστατα αποτέλεσμα άλλων προτεραιοτήτων και απουσίας ενδιαφέροντος για τον νότο της Ηπείρου, από την απερχόμενη Περιφερειακή Αρχή. Στο Χωροταξικό Πλαίσιο της Ηπείρου η Πρέβεζα μαζί με το Μέτσοβο είναι οι δύο πόλεις που ορίζονται ως ικανές να εξυπηρετήσουν την ενίσχυση διαπεριφερειακών συνεργασιών με διπλό στόχο. Το Μέτσοβο με τις Περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας και Θεσσαλίας και η Πρέβεζα με τις Περιφέρειες Ιονίων Νήσων και Δυτικής Ελλάδας. Η Πρέβεζα και το Μέτσοβο λοιπόν αναλαμβάνουν τον ρόλο να συνδέσουν λειτουργικά, συνεργατικά την Περιφέρεια Ηπείρου με τις όμορές της Περιφέρειες. Τώρα, ενώ το Μέτσοβο με την Εγνατία και τη δημοπράτηση τού άνω τμήματος της Ε65 φαίνεται να είναι αρκετά κοντά στον στόχο του Χωροταξικού Πλαισίου, η Πρέβεζα είναι σαφέστατα αρκετά μακριά. Και εδώ πρέπει να αντιληφθούμε τα χωροταξικά σχέδια ως τρόπον τινά κοστούμια που προσπαθούμε να φορέσουμε στον χώρο με στόχο τη χειραγώγηση της γεωγραφίας και του ελέγχου των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Η ελλιπής δε εφαρμογή τους -με μπαλώματα- αντανακλά ευρύτερες συνέπειες, καθιστώντας την αμέλεια αδικαιολόγητη.

Κάπως έτσι και τουλάχιστον γι’ αυτό τον λόγο οι επερχόμενες Περιφερειακές εκλογές είναι, κατά τη γνώμη μου, οι κρισιμότερες των τελευταίων χρόνων για την Ήπειρο. Η απερχόμενη Αρχή έδειξε, εννιά χρόνια, τώρα τις στοχεύσεις της και τις προτεραιότητές της, με αποτέλεσμα την μη ισόχωρη ανάπτυξη της Ηπείρου. Ο χρόνος τρέχει -δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια- καθώς η χώρα μας βγαίνει ή προσπαθεί να βγει από μια επώδυνη οικονομική κρίση που έχει αφήσει τα σημάδια της παντού. Αν το νότιο τμήμα της Ηπείρου χάσει, παραμεληθεί για άλλη μια πενταετία, το κόστος θα είναι πανηπειρωτικό και ίσως δύσκολα αναστρέψιμο.

Έτσι, το διακύβευμα της αλλαγής των συσχετισμών στο Περιφερειακό Συμβούλιο είναι επιτακτική ανάγκη, ενώ το ψηφοδέλτιο “Κοινό των Ηπειρωτών” με επικεφαλής τον κ. Ζάψα δεν έθεσε τυχαία ως μια από τις βασικές του στοχεύσεις ακριβώς αυτό: την ανάδειξη και διευθέτηση των χωρικών αδικιών που δημιούργησε η απερχόμενη αρχή.

 

* Χρήστος Κοτσίνης, Msc. αντιπρόεδρος Επιμελητηρίου Πρέβεζας. Υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος Π.Ε. Πρέβεζας με το “Κοινό των Ηπειρωτών”

Μακεδονία ένδοξη, ξακουστή και …πτωχευμένη! – (Οι Πρέσπες χωρίς παραμορφώσεις και σκοτεινά παιχνίδια!)

(του Σπύρου Κανιώρη)

Πριν δυο χρόνια δεν μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ότι υπήρχε περίπτωση να λυθεί με κάποιο ανεκτό τρόπο αυτή η «ανοησία» με το Σκοπιανό, με την FYROM και με τους φανατικούς εθνικιστές της γείτονος, με την «αυτοχειρία» που κάναμε στην εξωτερική μας πολιτική το 1991 και σερνόμαστε ακόμη μετέωροι και διχασμένοι! Δεν μπορούσα να φανταστώ πως αυτοί οι πρώην και για περίπου 70 χρόνια γιουγκοσλαβομακεδόνες, που γέμισαν (σε αντιπερισπασμό), όλη την FYROM με αρχαιοελληνικά μνημεία, με αγάλματα του μεγάλου Αλεξάνδρου, του Φιλίππου, με ονοματοθεσίες καινούργιες όπως το αεροδρόμιο των Σκοπίων ως Αλέξανδρος ο Μέγας, εθνικές οδούς κλπ., θα συνειδητοποιούσαν το αδιέξοδο που είχαν και αυτοί περιέλθει και θα έκαναν πίσω!

Όταν θυμωμένοι που δεν τους αναγνωρίζαμε, πετούσαν γιαούρτια στον πρόεδρο της Δημοκρατίας μας Χρήστο Σαρτζετάκη στην Αυστραλία, με ένα θράσος και κομπασμό λες και τους κλέβαμε εμείς την ιστορία τους!

Πώς κάποτε, αυτή η διάχυτη προπαγάνδα στα βιβλία, στα σχολεία, μπορούσε να λυθεί χωρίς αιματοχυσία και πόλεμο! Όταν έκαναν σημαία τους τον ήλιο της Βεργίνας και ζητούσαν δικαιώματα μέχρι και στην …Αμφίπολη!

Φταίνε οι κυβερνήσεις μας μετά τον 1950; Φταίνε! Έχουν και αυτοί κάποια δίκαια σαν λαός; Έχουν! Δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό έχουν και είχαν, αλλά όχι στην παραχάραξη της ιστορίας!

Πέρασαν 28 χρόνια που χάθηκε η μεγάλη ευκαιρία με τον Κίρο Γκλιγκόροφ και τον Μητσοτάκη, όταν τα πράγματα ήταν ζεστά, όταν δείλιασε στη συνέχεια και ο Ανδρέας που μπορούσε και έτσι το σκοπιανό κατάντησε ως δισεπίλυτο πρόβλημα στις μέρες μας, ένα καρκίνωμα της εξωτερικής μας πολιτικής και μάλιστα διαρκώς χειροτερεύον.

Ώσπου μια αλλαγή συσχετισμών των πολιτικών δυνάμεων έφερε τα πάνω κάτω!

Ξαφνικά η νέα κυβέρνηση της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας υπογράφει με την Ελλάδα μια συνθήκη – συμφωνία όπου:

  • Παραδέχεται ότι δεν έχει καμία σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και την Μακεδονία του Αλεξάνδρου(ίσως το σημαντικότερο).
  • Αντικαθιστά όλες τις ονοματοθεσίες που είχαν σχέση με την αρχαία Μακεδονία
  • Δέχεται να αντικαταστήσει ή αποσύρει τα αγάλματα των αρχαίων μακεδόνων
  • Δέχεται να κάνει αλλαγές στο σύνταγμα μη διεκδικώντας στην ουσία καμία σλαβική μειονότητα στην Ελλάδα
  • Με κοινές επιτροπές θα αλλάξει τα σχολικά βιβλία όπου εκδηλώνεται αλυτρωτισμός (ισχύει αμφίδρομα).
  • Αλλάζει την ονομασία της χώρας της όπως διαχρονικά διεκδικούσαμε και αυτοί δεν δεχόταν (γεωγραφικό προσδιορισμό, ergaomnes κλπ).
  • Τα εμπορικά σήματα τακτοποιούνται οριστικά (μέσω κοινών επιτροπών) και δεν θα αναγράφεται πουθενά στα προϊόντα τους το «made of Macedonia» (όπως γραφόταν μέχρι σήμερα)!
  • Κέρδισαν την πραγματική μακεδονική ταυτότητά τους, σαν σλαβικός λαός που κατοικεί σε εδάφη της σύγχρονης γεωγραφικής Μακεδονίας, τουλάχιστον για 1500 χρόνια, διαγράφοντας ταυτόχρονα την αρχαιομακεδονική φαντασίωση, ότι αυτός ήταν ο περιούσιος λαός των αρχαίων μακεδόνων και αυτοί οι πραγματικοί πολιτιστικοί κληρονόμοι τους.
  • Απέρριψαν την διαχρονική θεωρία τους ότι οι αρχαίοι μακεδόνες μιλούσαν την δική τους γλώσσα που ήταν η σημερινή, σλαβομακεδονική ή Μακεδονική διάλεκτος που κατά την συμφωνία των Πρεσπών, ανήκει στο γλωσσικό ιδίωμα των νοτιοσλαβικών χωρών. Το ίδιο ζήτημα καλλιεργούνταν και στην Βουλγαρία , ότι δηλαδή οι αρχαίοι μακεδόνες μιλούσαν την μακεδονική γλώσσα που ήταν παρόμοια με την σημερινή βουλγαρική και όχι την αρχαία ελληνική! Στην αρχαία Μακεδονία άλλωστε εμείς λέμε ότι μακεδονική γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ, μιας και μιλούσαν και εκεί την Ελληνική γλώσσα!

Θα έλεγα ότι έγινε ένα θαύμα , παρότι δεν πιστεύω στα θαύματα!

Ο πιο τραγικός μύθος που καλλιέργησε η εγχώρια εθνικιστική ελίτ , είναι το σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι Ελληνική»! Προφανώς πρόκειται για κατασκευή που παράγει αλυτρωτισμό, διεκδίκηση εδαφών και πιθανές συγκρούσεις με τους γείτονες, αφού η Βουλγαρία, η σημερινή Βόρεια Μακεδονία και η Αλβανία, κατέχουν μικρότερα τμήματα της ιστορικής Μακεδονίας (30% περίπου) και το 50% τμημάτων της γεωγραφικής Μακεδονίας (βλέπε χάρτη Βακαλόπουλου)! Η μοιρασιά της γεωγραφικής Μακεδονίας το 1913 στο Βουκουρέστι μετά τους «μακεδονικούς» πολέμους, ήταν απότοκος της Οθωμανικής δομής των βιλαετιών και όχι της αρχαίας ελληνικής Μακεδονίας. Αυτή την μείζονα γεωγραφική Μακεδονία πλην των Τούρκων που την κατείχαν, στην σύγχρονη εποχή την διεκδικούσαν πάντα οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι και οι Έλληνες ! Η κατάληξη ήταν προϊόν των βαλκανικών πολέμων, που ίσως με κάποια λάθη, άλλες στρατηγικές και χωρίς τον Βενιζέλο, κανείς δεν ξέρει σήμερα τι θα ήταν Ελληνικό, βουλγαρικό ή σερβικό. Πόσο μάλλον «ένα και ελληνικό»!

Ο Κ. Βακαλόπουλος ο σύγχρονος Παπαρηγόπουλος όπως λένε, στο βιβλίο του « Η Μακεδονία στα πλαίσια της Βαλκανικής πολιτικής (1830-1986)» (1986), μας δίνει αναλυτικότατα την ρευστότητα και τους ανταγωνισμούς στην μείζονα Μακεδονία τα τελευταία 200χρόνια, τις εδαφικές ανταλλαγές, τις σερβοβουλγαρικές μακεδονικές διενέξεις, τις πληθυσμιακές ανταλλαγές, την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου(1878) που ευτυχώς δεν εφαρμόστηκε και την συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) που ευτυχώς εφαρμόστηκε! Αφιερώνει όμως το βιβλίο του «στους αμέτρητους ανώνυμους και επώνυμους ήρωες που θυσιάστηκαν για μια ελεύθερη Ελληνική Μακεδονία»! Η ελεύθερη Ελληνική Μακεδονία είναι όντως μία και είναι Ελληνική!

 

Όσον αφορά τώρα την ουσία της «Συμφωνία των Πρεσπών» που προστάτεψε την αρχαία ιστορία των Μακεδόνων και τα πήρε σχεδόν όλα, δεν καταλαβαίνω από πού προκύπτει το «πουλήσατε την Μακεδονία μας»! Τι χάσαμε που είχαμε (νομίζω τίποτα) και τι πήραμε που δεν είχαμε (σχεδόν όλα)! Είναι δυνατόν ο σύγχρονος κόσμος, και τα νέα κράτη να υπογράφουν συμφωνίες και κληρονομικά δικαιώματα με «συνθήκες» του αρχαίου κόσμου που δεν υπάρχουν και δεν ισχύουν, που κινούνται στα όρια της μυθοπλασίας και των ποιημάτων του Ομήρου! Στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχει αυτονόητο δίκαιο, παρά μόνο μαχητό δίκιο μέσα απ τους κανόνες του σύγχρονου δικαίου!

Θάταν ενδιαφέρον πέραν από τα κληρονομικά και πολιτιστικά δικαιώματα που κατέχουμε στο Ελληνικό έδαφος από τους αρχαίους Έλληνες, πέρα από την μάχη στον Γρανικό ποταμό, να ψάχναμε τους λόγους και τις αιτίες που αυτός ο αρχαίος λαός στον Ελλαδικό χώρο μεγαλούργησε και να εμβαθύναμε αρκετά (από καθόλου σήμερα), στην φιλοσοφία του δασκάλου Αριστοτέλη, που απετέλεσε το βασικό πνευματικό υπόβαθρο της πορείας του μακεδόνα στρατηλάτη! Είναι σίγουρο ότι τους αγνοούμε πλήρως ειδικά τους φιλοσόφους, αλλά τα δικαιώματα (για αυτούς που δεν γνωρίζουμε) είναι…δικά μας! Στον αρχαίο κόσμο και η Ιωνία ήταν μία και ελληνική και τώρα είναι μία και τουρκική και είμαστε τυχεροί που η αρχαία Μακεδονία μας, παραμένει μετά από τους νέους πολέμους κατά το μείζον και όχι το ελάχιστον ελληνική! Πως έχουμε μπλέξει στους καημούς και στους πόθους μας, τον αρχαίο με τον σύγχρονο κόσμο που «τα πάντα ρεί» και κανείς δεν ξέρει, δεν καταλαβαίνω! Και δεν μας συγχωρώ που εμείς οι ίδιοι, κάνουμε εδώ και 200 περίπου χρόνια ταυτόχρονα στην Μακεδονία μας λαθρανασκαφές, ξεπουλώντας από μόνοι μας το ιστορικό βάθος και κληρονομιά των προγόνων μας και μετά με σημαίες στα χέρια αλαλάζοντες, χρεώνουμε το ξεπούλημα σε άλλους! Αν και φοβάμαι ότι πέρασε πολύς καιρός από τότε για να καθόμαστε στις δάφνες των αρχαίων, αφού παρακμάσαμε πάρα πολύ για νάμαστε και πνευματικά παιδιά τους και πολιτιστικοί συνεχιστές τους!

Σε κάθε περίπτωση με την συμφωνία των Πρεσπών αποτρέψαμε μια πολύχρονη παραχάραξη της ιστορίας και πήραμε πίσω (οριστικά) την ιστορική κληρονομιά των αρχαίων μακεδόνων. Έχουμε σε εκκρεμότητα την ανάπτυξη της ελληνικής Μακεδονίας, της φτωχιάς συγγένισσας του νότου, που θα πρέπει άμεσα να ξαναγίνει φωτεινή και απαστράπτουσα σαν τον υπέρλαμπρο ήλιο της Βεργίνας και τους θρύλους της!

Τότε μόνο θα προσεγγίσει την …ιστορία της!!!

 

ΥΓ: Όσες φορές πάντως ξεθάψαμε λάβαρα και φούντωσε ο φανατισμός και ο ακραίος εθνικισμός, η χώρα μας μίκρυνε και έζησε μεγάλα δράματα! Η εθνική μας παλιγγενεσία ήταν και είναι μόνο στιγμιαία, αφού μετά χωριζόμαστε πάντα σε 50% προδότες από εδώ και 50% προδότες από εκεί! Πολιτικό βάθος μηδέν, συμπεριφορές παιδιών σε σώματα μεγάλων και μια χώρα ανασφαλής και διχασμένη! Ενδόμυχα γνωρίζουμε τις αδυναμίες μας, γι αυτό και σαν φοβικοί απόγονοι παλιών μεγαλέξανδρων, σπάνια πλέον κερδίζουμε «μάχες» εφάμιλλες προγόνων ή νεότερων ηρώων!!!

 

Πρέβεζα 28 Μαρτίου 2019

 

Ο γιος του Νίκου Πλουμπίδη στο ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ

Του Χρήστου Κοτσίνη

Πριν λίγες μέρες στο Athens Voice δημοσιεύτηκε άρθρο του Δημήτρη Φύσσα, σχόλιο στην υποψηφιότητα Πλουμπίδη και συγκεκριμένα στο βιογραφικό που την συνόδευε. Ξεκινάει εξαίροντας την ακαδημαϊκή, επιστημονική, επαγγελματική σταδιοδρομία του υποψηφίου, φτάνοντας στο σημείο να αναγνωρίσει πως “[…] είναι φανερό ότι δεν πρόκειται απλά για φορέα ενός ονόματος με ιστορία στην Αριστερά, αλλά για ένα σημαντικό άνθρωπο […]”. Επίσης, προς τιμήν του, αποδέχεται ότι τα περί οικογενειοκρατίας είναι αστειότητες υποστηρίζοντας ωστόσο πως “[…] η ψήφος σ’ αυτόν ζητείται από ένα αριστερό ακροατήριο στο όνομα του πατέρα του, του Νίκου Πλουμπίδη.”

Εν προκειμένω, φαίνεται να ενοχλείται με την εξής αναφορά στην αρχή του βιογραφικού: «Γεννήθηκε το 1948 στην Αθήνα σε συνθήκες παρανομίας των γονιών του, Νίκου Πλουμπίδη και Ιουλίας Παπαχρήστου». Υποστηρίζει ότι αυτή η αναφορά, στην ιστορική πραγματικότητα (της παρανομίας των γονιών του) δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια πολιτική αναφορά και ως απάντηση παραθέτει την ιστορία επιφανών εκτελεσθέντων από το μετεμφυλιακό ψυχροπολεμικό κράτος της δεξιάς, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος.

Θεωρεί λοιπόν το ΚΚΕ ως ηθικό αυτουργό των εκτελέσεων – αφού, κατά τη γνώμη του, δεν έκατσαν καλά οι ηττημένοι του εμφυλίου και έβαλαν “το όπλο παρά πόδα” – λες και όφειλαν οι κυνηγημένοι να ξεχάσουν την καταστρατήγηση της συμφωνίας της Βάρκιζας απο την πλευρά της δεξιάς. Υπογραμμίζει ότι το ΚΚΕ: “[…] συνέχιζε την παράνομη δραστηριότητά του, στέλνοντας στελέχη του σε παράνομες αποστολές στην Ελλάδα”,  ξεχνώντας ή κρύβοντας επιμελώς το γεγονός πως το κράτος στο οποίο αναφέρεται δεν ήταν κράτος δικαίου. Φαίνεται να νομίζει πως το πογκρόμ, που είχε ξεκινήσει μετά τη Βάρκιζα, εναντίον δημοκρατικών εαμικών, σοσιαλιστών και κομμουνιστών θα λυνόταν από μόνο του, χωρίς την αντίσταση των κυνηγημένων. Έστελναν, λέει, μηνύματα με τους ασύρματους στη Μόσχα, αποδεχόμενος έτσι τις κατηγορίες περί κατασκοπείας που απηύθυνε τότε ένα αντιδημοκρατικό, ανελεύθερο κράτος, και επιρρίπτει ευθύνες μόνο στα θύματα… Οι θύτες τι να έκαναν; Δεν έφταιγαν αυτοί… οι κομμουνιστές προκαλούσαν… Ωστόσο, σε μη κράτος δικαίου η παρανομία είναι τιμή, όχι όνειδος.

Έτσι, μπλέκει στο άρθρο τον Μπελογιάννη, αλλά και την αποκήρυξη του Πλουμπίδη από το ΚΚΕ και κόπτεται να μας υπενθυμίσει, ότι, ενώ ο δεύτερος ήταν αποκηρυγμένος, πριν εκτελεστεί, επικαλέστηκε την τιμή του κόμματος. “Κι εδώ είναι η ουσία (υποστηρίζει) του θέματος. Ο Πλουμπίδης πεθαίνει μόνος, αποκομμένος από εχθρούς και φίλους, συκοφαντημένος, δίχως καμιά προσωπική τιμή, γιατί πάνω από την προσωπική του τιμή, είχε την «τιμή του Κόμματος». Καμιά προσωπική αξιοπρέπεια, καμιά ατομικότητα, καμιά εξέγερση ενάντια στο σταλινισμό.” Αυτή είναι η ουσία του θέματος της υποψηφιότητας του Δημήτρη Πλουμπίδη για τον συντάκτη, η στάση του πατέρα που δεν γνώρισε… όμως οι ελλαδίτες κομμουνιστές στα ξερονήσια και στις φυλακές, άλλοι καταδικασμένοι σε θάνατο και άλλοι όχι, δεν είχαν την πολυτέλεια να ασχολούνται με τον σταλινισμό, άλλες εξεγέρσεις είχαν τότε γι᾽ αυτούς προτεραιότητα.

Προφανώς, ο συντάκτης ασχολείται με θέματα που δεν αντιλαμβάνεται. Ο Νίκος Πλουμπίδης έχει εμπιστοσύνη στην ιδεολογική συλλογικότητα στην οποία ανήκει με πόνους και διωγμούς και τελικά με κόστος την ίδια του τη ζωή, και αυτό ενοχλεί. Ο αρθρογράφος βλέπει τυφλή υπακοή και απουσία ατομικότητας και δεν πάει στο μυαλό του πως ο Πλουμπίδης σέβεται τις αποφάσεις του κόμματος, ως αποτέλεσμα κοινών διεργασιών περισσοτέρων του ενός ατόμου και ως  εκ τούτου ορθότερες. Υποτιμά την εμπιστοσύνη του Πλουμπίδη στο κόμμα, η οποία όμως επιβεβαιώνεται, μιας και το κόμμα τέσσερα χρόνια αργότερα τον αναγνωρίζει, πράγμα που δεν αντιλαμβάνεται καθόλου ο συντάκτης και μας λέει: “Ο Πλουμπίδης αποκαταστάθηκε πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Στάλιν και δύο χρόνια μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη, το 1958” λες και δεν κατηγορήθηκε αδίκως απο το κόμμα ένα χρόνο μετα τον θάνατο του Στάλιν. Βέβαια η καθαίρεση του Ζαχαριάδη έπαιξε ρόλο, όμως ο Πλουμπίδης με το σκεπτικό του είχε δίκιο. Το κόμμα τελικά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο βρήκε τον δρόμο του – άλλο αν ίσως τον ξανα έχασε αργότερα – και αναγνώρισε το λάθος του.

Σε κανένα σημείο δεν ενημερώνει τους νεότερους – οι παλαιότεροι θυμούνται, ιδίως όσοι το έζησαν στο πετσί τους – για την κατάσταση που επικρατούσε τη δεκαετία του ‘50 στη χώρα μας, δίνοντας εσκεμμένα εσφαλμένη εικόνα. Όποιος δεν τα έζησε, δεν του τα αφηγήθηκαν, δεν τα διάβασε, νομίζει διαβάζοντας το συγκεκριμένο άρθρο πως τα πράγματα ήταν περίπου σαν σήμερα. Δεν αναφέρεται, ούτε μπαίνει στον κόπο να σκεφτεί υπό ποιο κλίμα γράφει ο Πλουμπίδης για την ενότητα και την τιμή του κόμματος.

Ο Πλουμπίδης γνωρίζει ότι χωρίς το κόμμα οι διωκόμενοι θα ήταν απροστάτευτοι. Γνωρίζει πως θα εκτελεστεί – είχαν εκτελεστεί ήδη ο Μπελογιάννης και άλλοι – και το μυαλό του είναι στους συντρόφους του που θα μείνουν πίσω και στην ανάγκη το βαλλόμενο κόμμα να μείνει ενωμένο.

Ο συντάκτης, μιλώντας για τις τελευταίες μέρες ενός ανθρώπου που περιμένει την εκτέλεση, δεν έχει στο μυαλό του τίποτε άλλο παρά πώς θα κατηγορήσει την Αριστερά και τις ιδέες της. Δεν έχει το θάρρος, τη δύναμη να αναγνωρίσει αυτό που αναγνώρισε τότε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών στην στάση αυτών των μελλοθάνατων. Ο Σπυρίδων Βλάχος, Μητροπολίτης Ιωαννίνων κατά την κατοχή, – πρωταγωνιστεί με τον τρόπο του στο διήγημα “Μαργαρίτα Περδικάρη” του Δημήτρη Χατζή – είχε δηλώσει για τον Μπελογιάννη: «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».

Ο αρθρογράφος δεν θέλει να αντιληφθεί ότι για τους ανθρώπους που δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, που δεν υπάρχει επέκεινα, για τους ανθρώπους που υπάρχει μόνο το εδώ, έχει μεγάλη σημασία τι μένει πίσω. Φεύγοντας οι άνθρωποι αυτοί δεν κόπτονται να “μετανοήσουν” για να κερδίσουν τη βασιλεία των ουρανών, αλλά αφήνουν την σκέψη τους πάνω σε αυτούς που μένουν… τιμή για αυτούς που δεν περιμένουν να ζήσουν κι άλλες ζωές – βλέποντας την δική τους να τελειώνει – δεν είναι η προσωπική τους τιμή, η μετά θάνατον θέση εκ δεξιών ή εξ αριστερών. Θα πάψουν να υπάρχουν δια παντός, δεν υπάρχει άλλο μέλλον για αυτούς, παρά μόνο το μέλλον των άλλων, της κοινωνίας, των συλλογικοτήτων όπου ανήκαν… και αυτό αποδεικνύει η στάση του Νίκου Πλουμπίδη… δεν ήθελε το λάθος του κόμματος που έγινε στο όνομά του να στοιχίσει στους συντρόφους που θα έμεναν πίσω.

Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε.

 

Χρήστος Κοτσίνης, Msc.

Αντιπρόεδρος Επιμελητηρίου Πρέβεζας

Υποψήφιος Περιφερειακός Σύμβουλος Π. Ε. Πρέβεζας.

Άρθρο ΠτΒ Νίκου Βούτση για την Εφημερίδα «Τα Νέα» με τίτλο: «Αναγκαία και επίκαιρη η διαμόρφωση προοδευτικού πόλου σε κλίμακα Ευρώπης και στη χώρα μας»

Στην Αθήνα πλέον αναμένεται ο Udo Bullmann να τονίσει από την πλευρά των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών την επιτακτική ανάγκη για συμπόρευση και σύγκλιση με τις δυνάμεις της Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, για να διαμορφωθεί σε κλίμακα Ευρώπης ο προοδευτικός πόλος, καθώς φουντώνει μάλιστα η συζήτηση, που ενσωματώνει στην προσεχή προεκλογική περίοδο για τις ευρωεκλογές, όλον τον πλούτο των εναλλακτικών και ισχυρά αντιτιθέμενων για κορυφαία ζητήματα απόψεων, που ήρθαν στην επιφάνεια στον διάλογο για το «Μέλλον της Ευρώπης».

Ο εκλογικός κύκλος του 2017 στην Ευρώπη, διαμόρφωσε έναν πολιτικό συσχετισμό με σημαντικά ενισχυμένη την ακροδεξιά, μέχρι τις πιο ακραίες φιλοφασιστικές της εκφάνσεις στις περισσότερες και μεγαλύτερες Ευρωπαϊκές χώρες. Ταυτόχρονα διαμορφώθηκαν τα κυβερνητικά «πειράματα» σε Πορτογαλία και Ισπανία με αριστερό πρόσημο και βεβαίως μακροημερεύει στην Ελλάδα, η κυβέρνηση με αριστερή ραχοκοκκαλιά και επικεφαλής τον Α. Τσίπρα. Οι παραπάνω εξελίξεις, μαζί με τον συνυπολογισμό του πρώτου ευρωπαϊκού ακρωτηριασμού με το Brexit και την ταυτόχρονη ανάδειξη με ριζοσπαστικό πρόσημο των Εργατικών του Κόρμπιν, συγκροτούν, προφανώς για ηγετικά στελέχη των σοσιαλδημοκρατών όπως ο Udo Bullmann, –για τον οποίο πρέπει να τονίσουμε ότι σε όλη τη διάρκεια της κρίσης είχε θετική στάση για τη χώρα μας σε απόσταση βέβαια από την πολιτική Σόιμπλε- το απολύτως αναγκαίο πεδίο για την ταυτοτική αναθεμελίωση της σοσιαλδημοκρατίας, που τις τελευταίες δεκαετίες ισχυρά πλειοψηφικά στις ευρωπαϊκές χώρες είχε συνομολογήσει τυπικές ή άτυπες συμμαχίες με τα νεοφιλελεύθερα προγράμματα και τις πολιτικές δυνάμεις της Κεντροδεξιάς.

Μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό λόγω της ακροδεξιάς επέλασης, φαίνεται ότι ισχυρές δυνάμεις των παραδοσιακών κεντροδεξιών ευρωπαϊκών κομμάτων, θέλγονται από μια συμπόρευση με το «νέο ρεύμα» της ακροδεξιάς, απεκδιώμενες ανομολόγητα αλλά συστηματικά τα βασικά στοιχεία του πολιτικού φιλελευθερισμού που συγκροτούσαν την ταυτότητά τους. Παράδειγμα μάλιστα αυτής της όσμωσης έχουμε στην ίδια τη χώρα μας, με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να συνωστίζεται με ακραίες δεξιές δυνάμεις στην ατζέντα με επίκεντρο την άρνηση λύσης για το μακεδονικό ζήτημα και ως προτεραιότητες την «γενικευμένη ανομία» στη χώρα, και την παραπέρα συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και του δημοσίου στη νέα μεταμνημονιακή εποχή που ήδη διανύουμε.

Επιπροσθέτως στη χώρα μας, η κορυφή της ηγεσίας του βασικού πολιτικού μορφώματος του Κέντρου, που θεωρητικά αναζητεί μία νέα ταυτότητα και έναν σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας, στο εύρος των παραδοσιακών προσδιορισμών της κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, κινείται σε μια ριζικά διαφορετική, σε αντίθετη δηλαδή κατεύθυνση από ό,τι φαίνεται να κινούνται τα πράγματα στους όμορους χώρους του στην Ευρώπη. Στο όνομα μίας απολύτως πλαστής «διακριτής πορείας ίσων αποστάσεων» με τον ΣΥΡΙΖΑ και την ΝΔ, η κορυφή της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ, κινείται συστηματικά και διαχρονικά απολύτως δορυφορικά με την τακτική και την πολιτική της ηγεσίας της ΝΔ και εκπέμπει έναν πολεμικό διχαστικό λόγο, με επίκεντρο την απολύτως δεξιά, ιδέα της ανάγκης, ως προτεραιότητα μάλιστα, για στρατηγική, συντριπτική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.

Η σύμπτωση μάλιστα και σύγκλιση των παραπάνω κυρίαρχων απόψεων, που φαίνεται ότι διαμορφώνονται πλειοψηφικά μέσα στον παραδοσιακό κορμό των ηγετικών στελεχών του ΚΙΝΑΛ που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, με την ηγεσία της ΝΔ στο μείζον ζήτημα της [μη] επίλυσης του μακεδονικού σε ριζική αντίθεση με τη Συμφωνία των Πρεσπών, δημιουργεί χάσματα ανάμεσα στις κατά δήλωση ή παράδοση προοδευτικές δυνάμεις και αντίστοιχα δημιουργεί προφανείς συγγένειες και οσμώσεις με τον πυρήνα αλλά και την ακροδεξιά διεύρυνση της ΝΔ. Ως αποτέλεσμα βεβαίως προκύπτει μία ανασύνθεση του γενικότερου τοπίου της Κεντροαριστεράς, με τη δημιουργία δυνάμεων και συσπειρώσεων αυτού του χώρου που επιμένουν στην προφανέστατη διάκριση Δεξιάς-Αριστεράς, νεοφιλελευθερισμού-προοδευτικού εναλλακτικού προγράμματος, και βεβαίως κοινωνικού κράτους και ανοικτής κοινωνίας σε αντίστιξη με τον φονταμενταλισμό των αγορών και την εθνικιστική αναδίπλωση τόσο στην Ευρώπη όσο και στη χώρα μας.

Η συγκρότηση του προοδευτικού πόλου από τις δυνάμεις της αντινεοφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, της πολιτικής οικολογίας και βεβαίως της ριζοσπαστικής αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, με ευρωπαϊκό πρόσημο και πρόγραμμα για την ριζική αλλαγή της Ευρώπης και την ήττα των επικίνδυνων ακροδεξιών και των αντικοινωνικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών, έχει γονιμοποιήσει ήδη στο Ευρωκοινοβούλιο τη σχετική συζήτηση μέσω της «Προοδευτικής Συμμαχίας». Αντίστοιχα στη χώρα μας, σημειώνονται πολιτικές διεργασίες στη διαμορφούμενη προγραμματική ατζέντα, με τις προτεραιότητες του αναπτυξιακού και παραγωγικού μοντέλου για μια κοινωνία δίκαιη μετά τις μνημονιακές δεσμεύσεις, όσο και για την επίλυση του μείζονος για την περιοχή θέματος της ονομασίας της γείτονος χώρας.

Η σύγκλιση και η συμπόρευση των προοδευτικών δυνάμεων, έχει πέραν των συμπτώσεων στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, και ένα προφανές ιδεολογικό περιεχόμενο, καθώς έχει καταστεί απολύτως αναγκαία η άσκηση πολεμικής και η αποδόμηση, σε κλίμακα Ευρώπης και προφανώς και στη χώρα μας, των αντιλήψεων και των δοξασιών του δεξιού ιστορικού αναθεωρητισμού, της άρνησης βασικών θεμελιωδών αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βέβαια της απάνθρωπης ξενοφοβικής, ρατσιστικής και αντιπροσφυγικής ιδεολογίας και συμπεριφοράς. Επ’ αυτών μάλιστα δυστυχώς διαμορφώνονται στάσεις ολόκληρων κρατών και διακρατικών αξόνων μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η αποτυχία επί τρεισήμισι χρόνια του άτυπου σε επίπεδο αντιπολιτευόμενων πολιτικών δυνάμεων και τυπικού σε επίπεδο μεγάλων πολιτικών συμφερόντων- αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου που προσδοκούσαν και μηχανεύονταν διαδοχικές «αριστερές παρενθέσεις», καταδεικνύει πλέον, στη νέα φάση μετά την τυπική έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, ότι δεν υπήρξε καμιά πλειοψηφική κοινωνική διεργασία που θα επέλεγε τη δεξιά παλιννόστηση έναντι της αριστερής διακυβέρνησης.

Η επισήμανση αυτή, ακόμα κι όταν προσκρούει ως συνήθως τα τελευταία πέντε χρόνια σε ορισμένα δημοσκοπικά ευρήματα που προοιωνίζονται μία δήθεν επικράτηση της Δεξιάς όποτε κι αν γίνουν εκλογές, προσφέρει εξ’ αντιθέτου τη δυνατότητα για έντονες κοινωνικές διεργασίες που θα σηματοδοτήσουν και θα ανασυνθέσουν δυνάμεις και απόψεις και στο πολιτικό πεδίο μέσα στην έντονη προσεχή προεκλογική χρονιά.  Και αυτό καθώς η ατζέντα πλέον θα είναι απολύτως διευρυμένη επί των ουσιωδών ζητημάτων που διαφοροποιούν απολύτως προγραμματικά τις αριστερές-προοδευτικές δυνάμεις από τη Δεξιά, τόσο για την ταυτότητα και την ίδια την ύπαρξη της Ε.Ε., όσο και για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη, όπως βεβαίως και για την αυτοδιοίκηση με αποκέντρωση. Για όλα αυτά που συγκροτούν το όραμα για το μέλλον της χώρας μετά την οκταετή τρομακτική περιπέτεια της χρεωκοπίας στην οποία, να μην ξεχνάμε, οδήγησαν οι δυνάμεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που σήμερα εμφανίζονται ως επίδοξοι σωτήρες.

Πέντε χρόνια από τη δολοφονία του Π. Φύσσα

Έχουν κλείσει πέντε χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Ο Παύλος Φύσσας δεν είναι το μόνο θύμα της δράσης των φασιστικών συμμοριών. Υπάρχουν και άλλοι νεκροί, για τους οποίους το κατεστημένο των ΜΜΕ δεν έκανε ποτέ λόγο απλώς επειδή ήταν μετανάστες. Υπάρχουν επίσης εκατοντάδες άνθρωποι, Έλληνες και ξένοι, θύματα θρασύδειλων επιθέσεων των φασιστοειδών με τις αρβύλες και τους σιδερολοστούς.

Η «Αυγή» έχει σήμερα ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στο σύγχρονο πρόσωπο του φασισμού. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ποιοι είναι αυτοί που προκαλούν σήμερα από τα κοινοβουλευτικά έδρανα. Ποιος είναι ο ρόλος τους στις γειτονιές. Ποιο είναι το αποτέλεσμα της δράσης τους και μέχρι πού είναι ικανοί να φτάσουν.

Όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε και όλους αυτούς που τους χάιδεψαν και τους βοήθησαν να στήσουν κοινοβουλευτικό κόμμα. Αυτούς που τους παρουσίασαν ως “αγανακτισμένους πολίτες”. Που τους έδωσαν βήμα για να εκθέσουν τις απόψεις τους. Που προέβαλαν το φιλανθρωπικό τους έργο και την προστασία που παρείχαν στις γιαγιάδες. Που τους περιέγραψαν ως “ριζοσπάστες ακτιβιστές”. Που τους έκαναν life style αφήγημα. Που μας εξήγησαν ότι οι αγκυλωτοί σταυροί στα τατουάζ τους είναι αριστερόστροφοι και επομένως αρχαιοελληνικοί. Που τους απηύθυναν, ακόμα και μια μέρα μετά τη δολοφονία του Φύσσα, φιλικές συστάσεις να σοβαρευτούν “για να μην τους πιάνει ο κόσμος στο στόμα του”. Που αποσιώπησαν τις επιθέσεις τους στο Πέραμα, στην Ηλιούπολη, στα Πετράλωνα, στη Λέσβο, στο κέντρο της Αθήνας και σε δεκάδες άλλα μέρη.

Ο φασισμός δρα όταν η κοινωνία κοιτάζει αλλού. Δεν θα του κάνουμε αυτή τη χάρη.